H ευθύνη των συνεταίρων για χρέη προς τρίτους

Αρχική Σελίδα // Λογιστική Αρθρογραφια // H ευθύνη των συνεταίρων για χρέη προς τρίτους

Σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγρ. 1. 3 και 7 του Ν. 1667/1986 “περί αστικών συνεταιρισμών και άλλων διατάξεων” ο αστικός συνεταιρισμός είναι εκούσια ένωση προσώπων με οικονομικό σκοπό, η οποία χωρίς να αναπτύσσει δραστηριότητες αγροτικής οικονομίας, αποβλέπει ιδίως με τη συνεργασία των μελών του στην οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική ανάπτυξη των μελών του και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους γενικά μέσα σε μια κοινή επιχείρηση. Από την καταχώριση δε του καταστατικού του στο μητρώο συνεταιρισμών του ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει, αποκτά νομική προσωπικότητα και εμπορική ιδιότητα. Η περιουσία του αποτελείται από το χρηματικό ποσό το οποίο συγκεντρώνεται από τις εισφορές των συνεταίρων και αυξομειώνεται ανάλογα με τον εκάστοτε αριθμό των μελών του. Επειδή, ως εκ τούτου, δεν έχει μόνιμο και σταθερό κεφάλαιο, αφού αυτό μεταβάλλεται ανάλογα με την αυξομείωση των μελών του, η φερεγγυότητά του και η προστασία των τρίτων – πιστωτών του εξασφαλίζεται με την καθιέρωση ευθείας, προσωπικής και αλληλέγγυας με αυτόν ευθύνης των μελών που τον απαρτίζουν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 4 του ίδιου ως άνω νόμου (1667/1986), κατά την οποία, οι συνεταίροι ευθύνονται εις ολόκληρον για τα χρέη του συνεταιρισμού, στο μεν συνεταιρισμό απεριόριστης ευθύνης απεριόριστα, στο δε συνεταιρισμό περιορισμένης ευθύνης, μέχρι ένα ορισμένο ποσό που καθορίζεται στο καταστατικό και είναι ίσο ή πολλαπλάσιο της αξίας κάθε συνεταιριστικής μερίδας. 

Σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του νόμου (άρθρο 1 παρ. 7 Ν. 1667/1986, κα­θώς επίσης άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 2169/1993), ο συνεταιρισμός είναι νομικό πρόσωπο που έχει την εμπορική ιδιότητα, εταιρία κατά συνέπεια του εμπορικού δικαίου που είναι από τον τύπο της εμπορική. Τη νομική προσωπικότητα αποκτά ο συνεταιρισμός από την καταχώριση στο μητρώο των συνεταιρισμών, που τηρείται στο Ειρηνοδικείο της περιφέρειας, όπου έχει την έδρα του (άρθρο 1 παρ. 7 Ν. 1667/1986). Σαν νο­μικό πρόσωπο ο συνεταιρισμός αποτελεί οντότητα διαφορετική και ανεξάρτητη από τα μέλη του. Είναι φορέας αυτοτελών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, φέ­ρει ιδία επωνυμία και έδρα, ιδία περιουσία, καθώς επίσης έχει τη δυνατότητα να είναι διάδικος και υποκείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης (Παμπούκης, Δικ. Εμπ. Ετ., Γενικό μέρος, σελ. 346). Τέλος, διαθέτει όργανα που διαμορφώνουν και στη συνέχεια εκφράζουν προς τα έξω τη δική τους βούληση. Παράλληλα, ο συνεται­ρισμός είναι εταιρία προσωπική. Ο χαρακτήρας αυτός προκύπτει από το γεγονός ότι για την πραγματοποίηση του σκοπού του στηρίζεται, κατά κύριο λόγο, στην προσωπική συμβολή των συνεταίρων (Παμπουκης, ό.π., σελ. 37). Επιπλέον, οι αστικοί συνεταιρισμοί γνωρίζουν τη διάκριση σε συνεταιρισμούς περιορισμένης και απεριόριστης ευθύνης των συνεταίρων για τα χρέη του συνεταιρισμού. Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 4 Ν. 1667/1986, οι συνεταίροι ευθύνονται εις ολό­κληρον για τα χρέη του συνεταιρισμού και στον μεν συνεταιρισμό απεριόριστης ευθύνης απεριόριστα, ενώ στον συνεταιρισμό περιορισμένης ευθύνης μέχρι ένα ορισμένο ποσό που καθορίζεται στο καταστατικό και είναι ίσο ή πολλαπλάσιο της αξίας κάθε συνεταιριστικής μερίδας. Η ευθύνη των συνεταίρων θεωρείται αναπόφευκτη συνέπεια της έλλειψης ενός μόνιμου και σταθερού κεφαλαίου στον συνεταιρισμό, σαν μέσο προστασίας των τρίτων-πιστωτών του (ΚιντήςΚ.., Δίκαιο συνεταιρισμών, 1995, τεύχ. Β , Μέρος α , σελ. 90). Περαιτέρω, η συνεταιριστική μερίδα έχει περιεχόμενο διττής φύσεως, περιγράφει αφενός μεν το ελάχιστο ποσό συμμετοχής του κάθε συνεταίρου στον σχηματισμό του κεφαλαίου του συνεταιρισμού και αφετέρου την εταιρική συμμετοχή στον συνεταιρισμό, την έννομη δηλα­δή σχέση που συνδέει ένα πρόσωπο με τον συνεταιρισμό. Η εταιρική μερίδα είναι συγχρόνως το μέτρο της συμμετοχής του κάθε εταίρου στην άσκηση των εταιρι­κών δικαιωμάτων, αλλά και το μέτρο ανάλογης επιβάρυνσής του με τις εταιρικές υποχρεώσεις. Η συνεταιριστική μερίδα με την έννοια του ορισμένου χρηματικού ποσού που εισφέρει ο συνεταίρος, παριστά το ελάχιστο ποσό συμμετοχής του στον συνεταιρισμό. Το άρθρο I Ν. 1667/1986 αναφέρει ότι κάθε συνεταίρος εγγράφε­ται για μία συνεταιριστική μερίδα, που καθορίζεται από το καταστατικό, δηλαδή ο συνεταίρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει την αξία της σε χρήμα στον συνεταιρισμό (Τζίβα Ε., Η εταιρική συμμετοχή στο συνεταιρισμό και ειδικό­τερα τα δικαιώματα των συνεταίρων, 1997, σελ. 65, 69, 77, 78, 80).

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΕΥΘΥΝΗ ΣΥΝΕΤΑΙΡΩΝ ΓΙΑ ΧΡΕΗ ΠΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

Περαιτέρω, στο άρθρο 37 του καταστατικού του συνεταιρισμού Χ ορίζεται ότι: «1. Κάθε μέλος συμμετέχει υπο­χρεωτικά στο κεφάλαιο του συνεταιρισμού με το ποσό των  440,21 ευρώ, που αντιστοιχεί σε μία συνεταιριστική μερίδα. Η εισφορά της συνεταιριστικής μερίδας γίνεται μέσα σ’ ένα μήνα από την καταχώρηση του συνεταιρισμού ή από την εγγραφή του συνεταίρου. 2. Η συνεταιριστική μερίδα είναι αδιαίρετη και ίση για όλους τους συνεταίρους», ενώ στο άρθρο 7 του ίδιου καταστατικού ορίζεται ότι: «Οι συνεταίροι έχουν τις ακόλουθες υποχρεώσεις: α) Να ευθύνονται έναντι του συνεταιρισμού και των πιστωτών αλληλεγγύως για ποσό ίσο με το τετραπλάσιο του ποσού στο οποίο ανέρχονται όλες οι μερίδες, για τις οποίες εγγράφηκε κάθε συνεταίρος», δηλαδή για ποσό που αντι­στοιχεί στο τετραπλάσιο της συνεταιριστικής μερίδας του καθενός και ανέρχεται σε 1.760,84 (440,21 ευρώ x 4) ευρώ. Οι διατάξεις αυτές εναρμονίζονται αναφο­ρικά με την ευθύνη των μελών των συνεταιρισμών περιορισμένης ευθύνης προς τους όρους της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 4 ν. 1667/1986. Σύμφωνα μ’ αυτό, όπως ήδη στη μείζονα σκέψη αναφέρεται, «ο συνεταίρος ευθύνεται εις ολόκληρον για τα χρέη του συνεταιρισμού έναντι των τρίτων … ως ένα ορισμένο χρηματικό ποσό που ορίζεται από το καταστατικό (συνεταιρισμός περιορισμένης ευθύνης) και είναι ίσο ή πολλαπλάσιο της αξίας κάθε συνεταιριστικής μερίδας». Από τις διατάξεις αυτές αλλά και τα άνω άρθρα του καταστατικού, στα οποία δεν ορίζεται κάτι διαφορετικό, συνάγεται ότι τα μέλη του συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύ­νης ευθύνονται αλληλεγγύως και σε ολόκληρο μετά του συνεταιρισμού, μέχρις ορισμένου ποσού κατά συνεταιριστική μερίδα, έναντι καθενός των δανειστών του συνεταιρισμού, και όχι ότι ευθύνονται με την εκάστοτε αξία της μερίδας ή της συ­νεισφοράς τους, με την καταβολή της οποίας λήγει και η ευθύνη τους. Επομένως, το μέτρο της ευθύνης του μέλους του συνεταιρισμού έναντι οποιοσδήποτε τρίτου δανειστή του ανέρχεται στο ποσό των 1.760,84 [(440,21 ευρώ (συνεταιριστική μερίδα) x 4] ευρώ και όχι, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες, στο ύψος της πραγματικής αξίας της συνεταιριστικής τους μερίδας με βάση την καθαρή πε­ριουσία του συνεταιρισμού, όπως αυτή προκύπτει από τον ισολογισμό της τελευ­ταίας χρήσης, καθώς ο ανωτέρω τρόπος υπολογισμού προκύπτει αδιάσειστα από τις διατάξεις του καταστατικού του ανωτέρω συνεταιρισμού. Πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι, όπως προαναφέρθηκε, οι εκκαλούντες ως μέλη του συνεταιρισμού ευθύνονται έναντι της εφεσίβλητης, τόσο από τον νόμο όσο και το καταστατικό, σε ολόκληρο με τον συνεταιρισμό μέχρι του ανωτέρω πολλαπλάσιου της αξίας της συνεταιριστικής τους μερίδας ποσού, γεννάται δηλαδή μεταξύ τους παθητική σε ολόκληρο ενοχή και ο δεσμός που συνδέει τόσο τον συνεταιρισμό με τα μέλη του όσο και τα μέλη μεταξύ τους είναι αυτός της απλής ομοδικίας (ΕΡΝΟΜΑΚ Β. Βαθρακοκοίλης, υπ’ άρθρ. 481, 482, σελ. 700). Συνεπώς, όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζονται οι εκκαλούντες είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με παρό­μοιες αιτιολογίες στην αυτή κρίση κατέληξε και έκανε δεκτή, ως κατ’ ουσίαν βά­σιμη, την αγωγή, υποχρεώνοντας καθένα των εκκαλούντων σε καταβολή, από το ποσό των 38.097,58 ευρώ, ποσού 1.760,84 ευρώ, σε ολόκληρο με τον συνεταιρι­σμό, με τον νόμιμο τόκο από της παρέλευσης της 30νθήμερης προθεσμίας από την έκδοση εκάστου τιμολογίου, ορθώς τον νόμο εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμη­σε και δεν έσφαλε

Δομινίκη Γκόγκου
Δικηγόρος