Η ευθύνη λογιστή απέναντι στην φορολογική αρχή

Αρχική Σελίδα // Λογιστική Αρθρογραφια // Η ευθύνη λογιστή απέναντι στην φορολογική αρχή

Ο λογιστής ευθύνεται και για τη φορολογική αναμόρφωση και για την ορθή μεταφορά των δεδομένων από τα στοιχεία στα βιβλία και την ακρίβεια των δηλώσεων.

Ο λογιστής οφείλει να λάβει υπόψη του μια σειρά από διατάξεις που ορίζουν ευθύνες.

Ο  Κώδικας Δεοντολογίας Λογιστών Φοροτεχνικών (Αριθμ. 57088/24-12-2013, παρ.1 του άρθρου 6) ορίζει ότι ο Λογιστής Φοροτεχνικός οφείλει να παρέχει τις επαγγελματικές υπηρεσίες του κατά τρόπο που να διασφαλίζει τη νομιμότητα στην παροχή των υπηρεσιών του αυτών και την εγκυρότητα της εκφραζόμενης απ΄ αυτόν επαγγελματικής γνώμης. Προς τούτο είναι υποχρεωμένος να τηρεί παράλληλα με τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας και τον παρόντα Κώδικα.

Μεταξύ άλλων, στο ίδιο έγγραφο αναφέρονται ως υποχρεώσεις:

…….

4.3. Να παρέχει τις επαγγελματικές υπηρεσίες του με τρόπο αντικειμενικό τηρώντας τη Λογιστική και Φορολογική Νομοθεσία αλλά και κάθε Νόμο που αφορά στο επάγγελμα του Λογιστή Φοροτεχνικού .

4.9. Να εφαρμόζει την εργατική και ασφαλιστική νομοθεσία, όπως ισχύουν κάθε φορά.

Σύμφωνα με τις διατάξεις της >παρ. 3 του άρθρου 38 του Ν. 2873/2000, όπως τροποποιήθηκε με την >παρ. 9 του άρθρου 17 του Ν.3842/2010, ορίζεται ότι, ο λογιστής φοροτεχνικός είναι υπεύθυνος για την ορθή μεταφορά των οικονομικών δεδομένων από τα στοιχεία στα βιβλία, για την ακρίβεια των δηλώσεων ως προς τη συμφωνία αυτών με τα φορολογικά και οικονομικά δεδομένα που προκύπτουν από τα τηρούμενα βιβλία. Επίσης, είναι υπεύθυνος για την ορθή φορολογική αναμόρφωση των αποτελεσμάτων με τις δαπάνες που δεν αναγνωρίζονται και τις οποίες παραθέτει αναλυτικά σε κατάσταση που συνυποβάλλεται με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος. Επίσης, κατά την υποβολή των δηλώσεων οι λογιστές φοροτεχνικοί αναγράφουν υποχρεωτικά το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση κατοικίας τους ή της έδρας του επαγγέλματός τους, κατά περίπτωση, τον Α.Φ.Μ, την αρμόδια Δ.Ο.Υ για τη φορολογία τους, τον αριθμό μητρώου της άδειας άσκησης επαγγέλματός τους και την κατηγορία της άδειάς τους. Στην παρ. 5 του ιδίου άρθρου αναφέρονται και σχετικά πρόστριμα

Επίσης, στο > >άρθρο 2 του Π.Δ.340/1998 καθορίζεται λεπτομερώς το έργο των λογιστών – φοροτεχνικών. Ανάμεσα σε αυτά είναι και η σύνταξη, υπογραφή και υποβολή των φορολογικών δηλώσεων, συμπληρωματικών στοιχείων και καταστάσεων καθώς και η επιμέλεια εφαρμογής των απαιτούμενων διαδικασιών και διατυπώσεων προς τις φορολογικές και οικονομικές αρχές.
Σε περίπτωση μη τήρησης ή λανθασμένης τήρησης των ανωτέρω υποχρεώσεών του θα του επιβληθούν οι ανάλογες κυρώσεις των άρθρων 13 και 14 (όπως αναριθμήθηκαν με το >Ν. 3470/2006 από άρθρο 18 και 17, αντίστοιχα) με του > >Π.Δ. 340/1998.

Άλλωστε σύμφωνα με την > >παράγραφο 3 του άρθρου 67 του Ν. 4174/2013 περί Κ.Φ.Δ., σχετικά με τους αυτουργούς και συναυτουργούς, ορίζεται ότι:

«Ο εν γνώσει υπογράφων ανακριβή φορολογική δήλωση ως πληρεξούσιος, καθώς και όποιος με οποιονδήποτε άλλο τρόπο εν γνώσει συμπράττει ή προσφέρει άμεση συνδρομή στην τέλεση των παραπάνω εγκλημάτων τιμωρείται ως άμεσος συνεργός» (Όπως το αρχικό > >άρθρο 67 του Ν.4174/2013 αναριθμήθηκε σε άρθρο 73 και προστέθηκε καινούριο άρθρο 67 με >το άρθρο 8 του Ν.4337/2015 (ΦΕΚ Α 129/17/10/2015) και σύμφωνα με το άρθρο 23 του ιδίου νόμου ισχύει από 17/10/2015 και μετά.)

Να υπενθυμίσουμε ότι σύμφωνα με το άρθρο 66 του ιδίου νόμου σχετικά με τα εγκλήματα φοροδιαφυγής, ορίζει ότι:

«1. Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση:

α) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) ή ειδικού φόρου ακινήτων (ΕΦΑ), αποκρύπτει από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, ιδίως παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση ή καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές (ολικά ή μερικά) δαπάνες ή επικαλούμενος στη φορολογική δήλωση τέτοιες δαπάνες, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη,..

3. Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στη παράγραφο 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών: α) αν ο φόρος που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, ή β) αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος: αα) τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή ββ) τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, τέλους ή εισφοράς σε κάθε άλλη περίπτωση.

4. Επιβάλλεται κάθειρξη αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της προηγούμενης παραγράφου υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας, ή τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς.»

Τέλος, ο Ν.4337/2015 που τροποποίησε τον Ν.4174/2013 περί Κ.Φ.Δ., μιλάει για σύμπραξη, και αναφέρεται σε ελεύθερη ερμηνεία των αρμόδιων δικαστηρίων. Εξάλλου ο νομοθέτης κατά γράμμα αναφέρει «Ο εν γνώσει υπογράφων ανακριβή φορολογική δήλωση ως πληρεξούσιος, καθώς και όποιος με οποιονδήποτε άλλο τρόπο εν γνώσει συμπράττει ή προσφέρει άμεση συνδρομή στην τέλεση των παραπάνω εγκλημάτων», χαρακτηρισμός που εμφανώς περιλαμβάνει και την αναφερόμενη στο ερώτημά σας πράξη.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, πράγματι ο λογιστής ευθύνεται και για τη φορολογική αναμόρφωση και για την ορθή μεταφορά των δεδομένων από τα στοιχεία στα βιβλία και την ακρίβεια των δηλώσεων καθώς και σε όσα θέματα προαναφέραμε.

Log In