ΑΔΕΙΕΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

Κανονική ΑδειαΑνευ ΑποδοχώνΟικογενειακής Προστασίας

1.ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΧΡΟΝΟ  ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ  ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ο χρόνος χορηγήσεως των αδειών καθορίζεται κατόπιν συμφωνίας μεταξύ μισθωτών και εργοδότη.
Οι μισοί τουλάχιστον από τους μισθωτούς πρέπει να πάρουν άδεια μέσα στο χρονικό διάστημα από 1 Μαΐου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου.
Ο εργοδότης υποχρεούται να χορηγήσει την άδεια εντός δύο μηνών από το χρονικό σημείο κατά το οποίο διατυπώθηκε το σχετικό αίτημα.
Επίσης υποχρεούται να χορηγήσει την άδεια οπωσδήποτε πριν τη λήξη του ημερολογιακού έτους, έστω και αν δεν του την ζήτησε ο μισθωτός .


2.ΩΣ ΠΡΟΣ  TO ΤΡΟΠΟ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Μπορεί η άδεια να χορηγηθεί τμηματικά  ?

Η άδεια για μεν το πρώτο ημερολογιακό έτος χορηγείται σε τμήματα, Ο εργοδότης υποχρεούται μέχρι τη λήξη του πρώτου ημερολογιακού έτους, εντός του οποίου προσελήφθηκε ο μισθωτός, να χορηγήσει  σε αυτόν την αναλογία της κανονικής του άδειας.

Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος ο μισθωτός δικαιούται να λάβει τμηματικά την άδειά του με αποδοχές, που αναλογεί στο χρόνο απασχόλησής του στο έτος αυτό. Η αναλογία υπολογίζεται και πάλι με βάση της 20 ημέρες για τους εργαζόμενους με  πενθήμερο ή τις 24 ημέρες για τους εργαζόμενους με  εξαήμερο .
Στη διάρκεια του έτους αυτού και στο σημείο που συμπληρώνει 12 μήνες εργασία , η άδεια αυξάνεται κατά μία (1) εργάσιμη ημέρα. Ο εργοδότης υποχρεούται μέχρι τη λήξη του δεύτερου ημερολογιακού έτους, να του χορηγήσει αναλογικώς ή ολόκληρη την άδεια που φθάνει μέχρι τις 21 εργάσιμες ημέρες για τους εργαζόμενους με πενθήμερο, και τις 25  εργάσιμες ημέρες για τους εργαζόμενους με εξαήμερο.

Κατά το τρίτο ημερολογιακό έτος, καθώς και τα επόμενα ο μισθωτός δικαιούται να λάβει ολόκληρη την άδεια του σε κάθε χρονικό σημείο του έτους αυτού. Η άδεια αυτή θα φθάσει τις 22 εργάσιμες ημέρες για τους εργαζόμενους με πενθήμερο  ή τις 26 εργάσιμες  ημέρες για τους εργαζόμενους με εξαήμερο, εάν έχουν συμπληρωθεί 2 έτη απασχόλησης μέσα στο τρίτο ημερολογιακό έτος.

Οι μισθωτοί με προϋπηρεσία τουλάχιστον 10 έτη στον ίδιο εργοδότη ή 12 έτη σε οποιοδήποτε εργοδότη δικαιούνται 25 εργάσιμες ημέρες άδειας, για όσους είναι με πενθήμερο, ή 30 εργάσιμες ημέρες άδειας, για όσους είναι με εξαήμερο  με αποδοχές (ΕΓΣΣΕ 2000-2001, άρθρο 6).

 Επίσης οι μισθωτοί, από 1-1-2008, μετά τη συμπλήρωση 25ετούς υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας δικαιούνται μία (1) εργάσιμη ημέρα παραπάνω, δηλ. 26 ημέρες  για τους εργαζόμενους με πενθήμερο και 31 ημέρες για τους εργαζόμενους με εξαήμερο (ΕΓΣΣΕ 2008-2009, άρθρο 3).

Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η κατάτμηση της αδείας υπό προϋποθέσεις, δηλαδή, σε περίπτωση ιδιαίτερης σοβαρής ή επειγούσης ανάγκης της επιχειρήσεως ή κατ’ αίτηση του μισθωτού λόγω δικαιολογημένης αιτίας και πάντοτε μετά από έγκριση της αρμόδιας περιφερειακής Υπηρεσίας του Υπ. Εργασίας. Στην περίπτωση αυτή το πρώτο τμήμα της αδείας πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον ημέρες. Για δε τους ανηλίκους, κάτω των 18 ετών  12 τουλάχιστον εργάσιμες μέρες.

Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου για τη διάρκεια της άδειας (όχι λιγότερο από 6 ημέρες) και το χρόνο χορήγησής της αποφασίζει τριμελής επιτροπή της αρμόδιας Επιθεώρησης Εργασίας, ύστερα από αίτηση  των ενδιαφερομένων.

3.ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΑΔΕΙΑΣ  ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ

Ο εργαζόμενος δικαιούται στη διάρκεια της άδειάς του τις αποδοχές που θα έπαιρνε αν εργαζόταν κανονικά με πλήρη απασχόληση. Στις αποδοχές αυτές συμπεριλαμβάνονται όλα τα καταβαλλόμενα μηνιαία επιδόματα και οι προσαυξήσεις.

Δικαιούται επίσης επίδομα αδείας, το οποίο είναι ίσο με τις αποδοχές των ημερών άδειας, με ανώτατο όριο το ½ του μισθού, για τους αμειβόμενους με μισθό ή τα 13 ημερομίσθια  για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο.
Ο εργοδότης υποχρεούται να προκαταβάλλει τις αποδοχές και το επίδομα άδειας στον εργαζόμενο στην αρχή της άδειας.

 4.ΟΙ ΕΡΓΟΔΟΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΜΕΝΟΙ ΝΑ ΤΗΡΟΥΝ ΒΙΒΛΙΟ ΑΔΕΙΩΝ 

Οι εργοδότες πρέπει να τηρούν βιβλίο αδειών, κατά τις υποδείξεις του Υπ. Εργασίας, στο οποίο θα πρέπει να εγγράφεται η ημερομηνία πρόσληψης,  η χρονική διάρκεια της αδείας της οποίας δικαιούται κάθε μισθωτός, η χρονολογία χορήγησης της αδείας και οι αποδοχές αδείας που κατεβλήθησαν στον μισθωτό. Το βιβλίο πρέπει να βρίσκεται στη διάθεση των Επιθεωρητών Εργασίας.


Με το άρθρο 1 του Ν.3302/2004 αντικαθίσταται η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Α.Ν.539/1945, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την παρ.1 του άρ.2 του Ν.1346/1983 και αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρ.13 του Ν.3227/2004 και επαναφέρεται το «ημερολογιακό έτος» ως βάση χορήγησης της ετήσιας άδειας με αποδοχές των εργαζομένων.

Παράλληλα, διευκρινίζεται πλήρως και συμπληρώνεται η διαδικασία λήψης της άδειας κατά τα δύο πρώτα ημερολογιακά έτη της εργασιακής σχέσης του μισθωτού.

Ειδικότερα, με τη νέα παράγραφο 1α του Α.Ν.539/1945, προβλέπεται ότι όλοι οι εργαζόμενοι οι οποίοι συνδέονται με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δικαιούνται να λάβουν ετήσια άδεια με αποδοχές από την έναρξη της απασχόλησής τους σε συγκεκριμένη υπόχρεη επιχείρηση. Η άδεια αυτή χορηγείται από τον εργοδότη αναλογικώς (ποσοστό) με βάση το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε ο εργαζόμενος στον εργοδότη αυτό. Η αναλογία της χορηγούμενης αδείας υπολογίζεται βάσει ετήσιας άδειας 20 εργάσιμων ημερών επί πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και 24 εργάσιμων ημερών, επί εξαημέρου, η οποία αντιστοιχεί σε 12 μήνες συνεχή απασχόληση.

Η εν λόγω διάταξη της παρ.1α, όπως και η αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 6 του Ν.3144/2003, καταργεί το βασικό χρόνο εργασίας-αναμονής (12 μήνες σύμφωνα με τον Α.Ν.539/1945 ή 10 μήνες κατά την ΕΣΣΕ του έτους 2002), τον οποίο έπρεπε να συμπληρώσει ο μισθωτός στον ίδιο εργοδότη για τη θεμελίωση δικαιώματος λήψης άδειας.

Οι ρυθμίσεις αυτές του Ν.3302/2004, εφαρμόζουν τη νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (υπόθεση C-173/1999 της 28ης-06-01), η οποία ερμήνευσε το άρθρο 7 της Οδηγίας 93/1Ο4/ΕΚ, σχετικά με τη χορήγηση ετήσιας άδειας με αποδοχές.

Σύμφωνα με την εν λόγω κοινοτική ρύθμιση, όπως ερμηνεύτηκε με τη σχετική απόφαση του Δικαστηρίου, κάθε εργαζόμενος δικαιούται κατ’ ελάχιστον 4 εβδομάδες άδειας κατ’ έτος, η οποία δύναται να χορηγηθεί pro rata temporis (κατ’ αναλογία του χρόνου απασχόλησης, βλ. έκθεση Ευρ, Κοινοβουλίου).

Ως ημέρες άδειας υπολογίζονται μόνο οι εργάσιμες ημέρες. Δεν συμπεριλαμβάνονται δηλαδή στις ημέρες άδειας οι Κυριακές και οι αργίες, καθώς και οποιαδήποτε άλλη μη εργάσιμη ημέρα του μισθωτού (π.χ. Σάββατο), οι οποίες εμπίπτουν στο χρονικό διάστημα στο οποίο ο μισθωτός κάνει χρήση της άδειας του.

Κατάτμηση Αδείας

Κατά κανόνα η άδεια αναπαύσεως των μισθωτών χορηγείται ολόκληρη, άπαξ του έτους.

Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η κατάτμηση της αδείας με βάση τις προϋποθέσεις που ορίζονται από το Άρθρο 7 του Ν. 549/1977 που κύρωσε το Άρθρο 7 της ΕΓΣΣΕ 26.1.1977 όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 3846/2010

Άρθρο 7

Κατάτμηση Αδείας

Επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, η κατάτμηση του χρόνου αδείας εντός του αυτού ημερολογιακού έτους σε δύο περιόδους, εξαιτίας ιδιαίτερα σοβαρής ή επείγουσας ανάγκης της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και μετά από έγκριση της οικείας Επιθεώρησης Εργασίας. Σε κάθε περίπτωση η πρώτη περίοδος της αδείας δεν μπορεί να περιλαμβάνει λιγότερες των έξι (6) εργασίμων ημερών επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και των πέντε (5) εργασίμων ημερών επί πενθημέρου ή προκειμένου περί ανηλίκων των δώδεκα (12) εργασίμων ημερών.
Η κατάτμηση του χρόνου αδείας επιτρέπεται και σε περισσότερες των δύο περιόδων, από τις οποίες η μια πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και δέκα (10) εργάσιμες ημέρες, επί πενθημέρου, ή προκειμένου περί ανηλίκων δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες, μετά από έγγραφη αίτηση του μισθωτού προς τον εργοδότη. Η αίτηση αυτή για την οποία δεν απαιτείται έγκριση από την αρμόδια υπηρεσία του ΣΕΠΕ, διατηρείται στην επιχείρηση επί πέντε (5) έτη και πρέπει να είναι στη διάθεση των Επιθεωρητών Εργασίας.

Με τον νόμο 4093/2012 και την ερμηνευτική του 26352/839/28.11.2012 απόφαση ορίστηκαν τα εξής:

Ε.3) Περίπτωση 3 της υποπαραγράφου ΙΑ.14 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012: Διαδικασία χορήγησης αδείας.

Η διάταξη της περίπτωσης 3 της υποπαραγράφου ΙΑ.14 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 συμπληρώνει το άρθρο 8 του Ν.549/1977 κατά το μέρος που κύρωσε το άρθρο 7 της από 26-1-1977 ΕΓΣΣΕ και όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 6 του Ν.3846/2010 και προβλέπει συνολικά πλέον τα εξής:

α) Είναι επιτρεπτή από τον εργοδότη η κατάτμηση του χρόνου αδείας εξαιτίας ιδιαίτερα σοβαρής ή επείγουσας ανάγκης που προκύπτει στο πλαίσιο της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης. Η κατάτμηση μπορεί να γίνει σε δυο περιόδους εντός του αυτού ημερολογιακού έτους. Η πρώτη περίοδος της άδειας που χορηγείται με αυτό τον τρόπο δεν μπορεί να είναι μικρότερη των έξι (6) εργάσιμων ημερών επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και των πέντε (5) εργάσιμων ημερών επί πενθημέρου ή δώδεκα (12) εργάσιμων ημερών εάν πρόκειται για ανήλικο εργαζόμενο.

β) ι) Επιτρέπεται η κατάτμηση του χρόνου αδείας και σε περισσότερες των δυο περιόδων. Η διαδικασία αυτή, η οποία προβλέπει έγγραφη αίτηση του εργαζομένου προς τον εργοδότη, θα πρέπει να περιλαμβάνει την χορήγηση ενιαίου τμήματος αδείας δέκα (10) εργασίμων ημερών επί πενθημέρου ή δώδεκα (12) εργάσιμων ημερών επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας ή δώδεκα (12) εργασίμων ημερών, εάν πρόκειται για ανήλικο εργαζόμενο. Η παραπάνω διαδικασία υπάγεται στις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας για την άδεια, οι οποίες προβλέπουν τη χορήγηση αδείας ή τμήματος αδείας από τον εργοδότη στον εργαζόμενο μετά από συνεννόηση των δυο μερών (άρ.4 του ΑΝ 539/1945 όπως ισχύει).

β. ιι) Νέα διάταξη η οποία συμπληρώθηκε με το ν. 4093/2012
Σε περιπτώσεις επιχειρήσεων που απασχολούν τακτικό προσωπικό με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και έκτακτο-εποχικό προσωπικό με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και παρουσιάζουν, σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο του έτους, μεγάλη σώρευση εργασίας εξαιτίας του είδους ή του αντικειμένου εργασιών τους, ο εργοδότης μπορεί, με απόφασή του, να χορηγεί στο τακτικό προσωπικό το ενιαίο τμήμα των 10 ή 12 εργάσιμων ημερών αδείας, επί πενθημέρου ή εξαημέρου αντίστοιχα, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο του ημερολογιακού έτους, εντός του οποίου πρέπει να χορηγηθεί η άδεια και ιδιαιτέρως σε σημείο κατά το οποίο έχει μειωθεί η ιδιαίτερη ένταση εργασίας. Η συγκεκριμένη απόφαση του εργοδότη για τη χορήγηση του τμήματος αδείας των δυο (2) εργάσιμων εβδομάδων, καθώς και η αίτηση του εργαζομένου για κατάτμηση αδείας δεν απαιτούν έγκριση από την Κοινωνική Επιθεώρηση Εργασίας, αλλά διατηρούνται επί πέντε (5) έτη στην επιχείρηση και είναι στην διάθεση των Επιθεωρητών Εργασίας.

Βλ. επίσης: https://www.taxheaven.gr/acforum/index.php?showtopic=20005

Αποδοχές.

Ο εργαζόμενος δικαιούται στη διάρκεια της άδειάς του τις αποδοχές που θα έπαιρνε αν εργαζόταν κανονικά με πλήρη απασχόληση. Στις αποδοχές αυτές συμπεριλαμβάνονται όλα τα καταβαλλόμενα επιδόματα και οι προσαυξήσεις. Ο εργοδότης υποχρεούται να προκαταβάλλει, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας στον εργαζόμενο στην αρχή της άδειας.

Προσαύξηση της ετήσιας κανονικής άδειας λόγω προϋπηρεσίας

Το άρθρο 6 της ΕΓΣΣΕ 2000-2001 αναφέρει: «Από 1/1/2000 εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία 12 ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών, αν εφαρμόζεται σύστημα εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ή 25 εργασίμων ημερών, αν εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας).

Απαγόρευση της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τη διάρκεια της αδείας

Κατά τη διάρκεια της αδείας απαγορεύεται η απόλυση του μισθωτού απ’ τον εργοδότη (άρθρο 5 παρ. 6 ΑΝ 539/1945).

Εν τούτοις, δεν απαγορεύεται η κατά τη διάρκεια της αδείας προειδοποίηση περί της προσεχούς απολύσεώς τους, αρκεί η ημέρα της απολύσεως να εμπίπτει σε χρόνο μετά τη λήξη της αδείας. (Εφ. Λαρίσης 667/96).

Η απαγόρευση της απολύσεως δεν ισχύει κατά τη διάρκεια αναρρωτικής άδειας (ΑΠ 542/97).
—————————————–

Αρ.Πρ: οίκ.3392/01/03/05 – Eγκύκλιoς επί του άρθρου 1 του Ν. 3302/2004 (σχετικά με την Ετήσια άδεια εργασίας)

Α. ΕΤΗΣΙΑ ΑΔΕΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Με το άρθρο 1 του Ν.3302/2004 αντικαθίσταται η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Α.Ν.539/1945, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την παρ.1 του άρ.2 του Ν.1346/1983 και αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρ.13 του Ν.3227/2004 και επαναφέρεται το «ημερολογιακό έτος» ως βάση χορήγησης της ετήσιας άδειας με αποδοχές των εργαζομένων.

Παράλληλα, διευκρινίζεται πλήρως και συμπληρώνεται η διαδικασία λήψης της άδειας κατά τα δύο πρώτα ημερολογιακά έτη της εργασιακής σχέσης του μισθωτού.

Ειδικότερα, με τη νέα παράγραφο 1α του Α.Ν.539/1945, προβλέπεται ότι όλοι οι εργαζόμενοι οι οποίοι συνδέονται με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δικαιούνται να λάβουν ετήσια άδεια με αποδοχές από την έναρξη της απασχόλησής τους σε συγκεκριμένη υπόχρεη επιχείρηση. Η άδεια αυτή χορηγείται από τον εργοδότη αναλογικώς (ποσοστό) με βάση το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε ο εργαζόμενος στον εργοδότη αυτό. Η αναλογία της χορηγούμενης αδείας υπολογίζεται βάσει ετήσιας άδειας 20 εργάσιμων ημερών επί πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και 24 εργάσιμων ημερών, επί εξαημέρου, η οποία αντιστοιχεί σε 12 μήνες συνεχή απασχόληση.

Η εν λόγω διάταξη της παρ.1α, όπως και η αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 6 του Ν.3144/2003, καταργεί το βασικό χρόνο εργασίας-αναμονής (12 μήνες σύμφωνα με τον Α.Ν.539/1945 ή 10 μήνες κατά την ΕΣΣΕ του έτους 2002), τον οποίο έπρεπε να συμπληρώσει ο μισθωτός στον ίδιο εργοδότη για τη θεμελίωση δικαιώματος λήψης άδειας.

Οι ρυθμίσεις αυτές του Ν.3302/2004, εφαρμόζουν τη νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (υπόθεση C-173/1999 της 28ης-06-01), η οποία ερμήνευσε το άρθρο 7 της Οδηγίας 93/1Ο4/ΕΚ, σχετικά με τη χορήγηση ετήσιας άδειας με αποδοχές.

Σύμφωνα με την εν λόγω κοινοτική ρύθμιση, όπως ερμηνεύτηκε με τη σχετική απόφαση του Δικαστηρίου, κάθε εργαζόμενος δικαιούται κατ’ ελάχιστον 4 εβδομάδες άδειας κατ’ έτος, η οποία δύναται να χορηγηθεί pro rata temporis (κατ’ αναλογία του χρόνου απασχόλησης, βλ. έκθεση Ευρ, Κοινοβουλίου).

  1. Ρύθμιση άδειας κατά το 1ο ημερολογιακό έτος

Με τη νέα παρ.1 β του Α.Ν.539/1945, καθιερώνεται για το πρώτο ημερολογιακό έτος-εντός του οποίου προσελήφθη ο μισθωτός, υποχρέωση του εργοδότη να χορηγεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου αναλογία – ποσοστό των ημερών αδείας που δικαιούται ο μισθωτός, βάσει του χρονικού διαστήματος απασχόλησης στο έτος αυτό.

Η αναλογία της άδειας, η οποία υπολογίζεται επί των 20 -επί πενθημέρου-και των 24 -επί εξαημέρου-ημερών, θα πρέπει να χορηγείται από τον εργοδότη έως την 31η Δεκεμβρίου του ημερολογιακού έτους πρόσληψης ακόμη και αν δεν έχει ζητηθεί από τους εργαζόμενους (άρ.4 του Α.Ν.539/1945, όπως τροποποιήθηκε με την παρ.15 του άρ.3 του Ν.4504/1966).

Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρ.3 του Ν.Δ.3755/1957, καθώς και τη σχετική νομολογία, σε περίπτωση μη χορήγησης από τον εργοδότη λόγω υπαιτιότητάς του (άρνηση, πταίσμα, αμέλεια), της άδειας που δικαιούται ο εργαζόμενος εντός του ημερολογιακού έτους, υποχρεούται να καταβάλλει σ’ αυτόν τις αντίστοιχες αποδοχές αδείας με προσαύξηση 100%.

ΙΙ. Ρύθμισn άδειας κατά το 2ο ημερολογιακό έτος

Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει τμηματικά την άδειά του, η οποία αναλογεί στο χρόνο απασχόλησής του στο δεύτερο αυτό έτος, στον οικείο εργοδότη.

Η αναλογία της άδειας υπολογίζεται εκ νέου, όπως και κατά το πρώτο ημερολογιακό έτος, με βάση τις 20 ημέρες επί πενθημέρου’ και τις 24 ημέρες επί εξαημέρου.

Κατά τη διάρκεια του έτους αυτού και κατά το χρονικό σημείο συμπληρώσεως 12 μηνών από την ημερομηνία πρόσληψης, η άδεια επαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα. Ως εκ τούτου, η άδεια κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, η οποία θα πρέπει να χορηγηθεί από τον εργοδότη αναλογικώς ή ολόκληρη στο τέλος, έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους αυτού, φθάνει στο ύψος των 21 επί πενθημέρου και 25 επί εξαημέρου, εργάσιμων ημερών. Συνεπώς, η μη χορήγησή της συνεπάγεται την υποχρέωση της καταβολής των αντιστοίχων αποδοχών αδείας προσαυξημένων κατά 100%, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που αναφέρθησαν για το πρώτο ημερολογιακό έτος (υπαιτιότητα του εργοδότη λόγω πταίσματος, αμέλειας, άρνησης κ.λπ.).

IIΙ Ρύθμιση άδειας κατά το τρίτο και επόμενα ημερολογιακά έτη

Κατά το τρίτο ημερολογιακό έτος, καθώς και τα επόμενα, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει ολόκληρη την ετήσια άδειά του και σε κάθε χρονικό σημείο του έτους, αυτού. Η άδεια αυτή, θα φθάσει τις 22 ημέρες επί πενθημέρου και τις 26 επί εξαημέρου, εάν έχουν συμπληρωθεί 2 έτη απασχόλησης εντός του τρίτου αυτού ημερολογιακού έτους.

Ο εργοδότης και σ’ αυτή την περίπτωση υποχρεούται να χορηγεί την άδεια μέχρι 31 Δεκεμβρίου εκάστου ημερολογιακού έτους, με τις συνέπειες που προαναφέρθησαν στην περίπτωση μη χορήγησής της και εφ’ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που μνημονεύθησαν για τα δύο πρώτα ημερολογιακά έτη (υπαιτιότητα του εργοδότη λόγω πταίσματος, αμέλειας, άρνησης κ.λπ.).

Η διάταξη του άρ.1 του Ν.3302/2004, όπως και αυτή του άρ.6 του Ν.3144/2003, αναφέρει ρητώς ότι η ετήσια άδεια με αποδοχές, καθώς και το επίδομα αδείας, διέπονται και από τις λοιπές οικείες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Ως εκ τούτου, εξασφαλίζεται η συνέχεια της ισχύος των κειμένων διατάξεων που αφορούν το μηχανισμό και τον τρόπο χορήγησης της άδειας και του επιδόματος αδείας.

Β. ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕΙΑΣ

Όσον αφορά στο επίδομα αδείας, τονίζονται τα εξής:

Όπως είναι γνωστό, κάθε εργαζόμενος μαζί με την άδεια δικαιούται αποδοχές αδείας καθώς και επίδομα αδείας (άρ.3, παρ.16 Ν.4504/1966). Το δικαίωμα λήψης επιδόματος αδείας, αποτελεί επακόλουθο του δικαιώματος λήψης κανονικής αδείας και υπολογίζεται όπως και οι αποδοχές αδείας-είναι δηλαδή ίσες προς το σύνολο των αποδοχών αδείας με τον περιορισμό ότι δε δύναται να υπερβεί για όσους μεν αμείβονται με μισθό, το μισό μισθό, για όσους δε αμείβονται με ημερομίσθιο ή ωρομίσθιο ή ποσοστά, τα 13 ημερομίσθια.

Ως εκ τούτου, -οι μισθωτοί οι οποίοι λαμβάνουν τμήμα ή ολόκληρη την άδεια, δικαιούνται και ανάλογες αποδοχές επιδόματος αδείας τόσο για το πρώτο και δεύτερο ημερολογιακό έτος, όσο και για τα επόμενα έτη.

Γ. ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΣΧΕΣΕΩΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας μισθωτού με οποιονδήποτε τρόπο πριν λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται, ο μισθωτός δικαιούται τις αποδοχές τις οποίες θα έπαιρνε αν του είχε χορηγηθεί άδεια (άρ.1, παρ.3 του Ν.1346/1983).

Ως εκ τούτου και εφ’ όσον κατά το χρονικό σημείο της λύσεως της σχέσης εργασίας δεν έχει εξαντληθεί το δικαίωμα της άδειας, στα πλαίσια της διάταξης του άρ.1 του Ν.3302/2004, προκύπτουν οι εξής περιπτώσεις:

α. Κατά το πρώτο ημερολογιακό έτος (εντός του οποίου προσελήφθη) ο μισθωτός δικαιούται να λάβει αποδοχές αδείας ίσες με 2 ημερομίσθια ανά μήνα απασχόλησης. Επίσης, δικαιούται 2 ημερομίσθια ανά μήνα, ως επίδομα αδείας, (με τον περιορισμό του μισού μισθού ή των 13 ημερομισθίων).

β. Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, ο μισθωτός δικαιούται επίσης 2 ημερομίσθια ανά μήνα απασχόλησης και άλλα 2 ημερομίσθια ανά μήνα ως επίδομα αδείας (με τον περιορισμό του μισού μισθού ή των 13 ημερομισθίων).

γ. Κατά το τρίτο ημερολογιακό έτος και για τα επόμενα οφείλονται αποδοχές πλήρους αδείας και επιδόματος αδείας, που αντιπροσωπεύουν -αυτές που θα εδικαιούτο ο μισθωτός εάν ελάμβανε την άδειά του κατά το χρονικό διάστημα της λύσης της σχέσης εργασίας.

Περαιτέρω και προκειμένου να υπάρξει καλύτερη κατανόηση της νομοθετικής ρύθμισης του άρ.1 του Ν.3302/2004, παραθέτονται τα παρακάτω παραδείγματα:

1ο παράδειγμα
Εργαζόμενος ο οποίος προσελήφθη 05-03-2005, δικαιούται μέχρι την 31-122005, 20/12 επί 10 μήνες ως άδεια, καθώς και ανάλογο επίδομα αδείας (στο παράδειγμά μας πλήρες).
Εάν στο ίδιο παράδειγμα η σχέση εργασίας λυθεί το 10ο μήνα και ο μισθωτός έχει λάβει μέρος αδείας μέχρι τον 6ο μήνα, δικαιούται να λάβει την αναλογία από τον 7ο έως το 10ο ως εκ τούτου 4 μήνες επί 2 =8 ημερομίσθια ως άδεια και τα υπολειπόμενα ημερομίσθια ως επίδομα αδείας μέχρι τη συμπλήρωση μισού μηνιαίου μισθού.

2ο παράδειγμα
Εργαζόμενος ο οποίος προσελήφθη 05-08-05, πρέπει να λάβει έως 31-12-05: 20/12 επί 5 μήνες ως άδεια και το ανάλογο επίδομα αδείας.
Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος 2006, θα λάβει μέχρι 31-12-06 τμηματικά ή στο σύνολο την 31-12-06, 21 ημέρες επί πενθημέρου και 25 ημέρες επί εξαημέρου, καθώς και το αναλογούν επίδομα αδείας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η 21η ημέρα (επί πενθημέρου) ή η 25η ημέρα (επί εξαημέρου) προστίθεται μετά την 05-08-2006, χρονικό σημείο συμπλήρωσης έτους απασχόλησης.
Συνεπώς, από 01-01-2006 έως 05-08-2006 η αναλογία αδείας υπολογίζεται σε 20/12 επί 8 μήνες, το δε χρονικό διάστημα από 06-08-2006 έως 31-12-2006 υπολογίζεται σε 21/12 επί 4 μήνες.
Από 01-01-2007 και σε κάθε επόμενο ημερολογιακό έτος ο εργαζόμενος δικαιούται να λαμβάνει μέχρι 31 Δεκεμβρίου ολόκληρη την ετήσια άδεια με αποδοχές και το επίδομα αδείας.

Πίνακας αδειών υπαλλήλων και εργατών
με συνολική υπηρεσία ή προϋπηρεσία μέχρι 10 έτη μη συμπληρωμένα
στον ίδιο εργοδότη ή μέχρι 12 έτη μη συμπληρωμένα
σε οποιονδήποτε εργοδότη ή μέχρι 25 έτη συμπληρωμένα στον ίδιο εργοδότη

ΗΜΕΡΕΣ ΑΔΕΙΑΣ ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΑΔΕΙΑΣ ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΕΠΙΔΟΜΑΤΟΣ ΑΔΕΙΑΣ
ETH 5 θήμερο 6 ήμερο
1ο ημερολογιακό έτος (από την πρόσληψη έως 31/12) 1,6667 ημέρες για κάθε μήνα 

απασχόλησης ή 2 μέρες x 5/6 (ή 20/12

x μήνες απασχόλησης) (στρογγυλοποίηση του γινομένου)

2 ημέρες για κάθε μήνα 

απασχόλησης (ή 24/12

x μήνες απασχόλησης) (στρογγυλοποίηση του γινομένου)

Όσες οι αποδοχές των δικαιούμενων ημερών αδείας για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο και με αναγωγή στα 24/25 του μισθού για τους αμειβόμενους με μισθό – (2 ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησης.) Αναλογικά βάσει του χρόνου απασχόλησης και των αποδοχών αδείας και μέχρι συμπλήρωσης 13 ημερομισθίων ή ½ του μισθού
2ο ημερολογιακό έτος [ από 01/01 έως την συμπλήρωση δωδεκαμήνου από την πρόσληψη] 20/12 x μήνες απασχόλησης (στρογγυλοποίηση του γινομένου) 2 μέρες ανά μήνα ή 24/12 x μήνες απασχόλησης(στρογγυλοποίηση του γινομένου) Όσες οι αποδοχές των δικαιούμενων ημερών αδείας για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο και με αναγωγή στα 24/25 του μισθού για τους αμειβόμενους με μισθό (2 ημερομίσθια ή 2/25 του μηνιαίου μισθού) Αναλογικά βάσει του χρόνου απασχόλησης και των αποδοχών αδείας και μέχρι συμπλήρωσης 13 ημερομισθίων ή ½ του μισθού
2ο ημερολογιακό έτος [ από 01/01 έως 31/12 – μετά τη συμπλήρωση δωδεκαμήνου από την πρόσληψη ] 21 ημέρες για όλο το έτος ή (21/12 χ μήνες απασχόλησης ) ή 1,75 ημέρες για κάθε μήνα απασχόλησης – (στρογγυλοποίηση του γινομένου) 25 ημέρες ή (25/12 χ μήνες απασχόλησης) ή 2,083 ημέρες για κάθε μήνα απασχόλησης ( στρογγυλοποίηση του γινομένου) Όσες οι αποδοχές των δικαιούμενων ημερών αδείας για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο και με αναγωγή στα 25/25 του μισθού για τους αμειβόμενους με μισθό (2,0833 ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησης ή 2,08333/25 του μηνιαίου μισθού για κάθε μήνα.) Αναλογικά βάσει του χρόνου απασχόλησης και των αποδοχών αδείας και μέχρι συμπλήρωσης 13 ημερομισθίων ή ½ μηνιαίου μισθού
3ο έτος έως και 9ο έτος (και μέχρι συμπλήρωσης 24 μηνών από την πρόσληψη) 21 ημέρες 25 ημέρες 25 ημερομίσθια ή 1 μηνιαίο μισθό εφόσον η άδεια διαρκεί ένα ολόκληρο μήνα 13 ημερομίσθια ή ½ μηνιαίο μισθό
3ο έτος έως και 9ο έτος μετά την συμπλήρωση 24 μηνών από την πρόσληψη 22 ημέρες 26 ημέρες 26 ημερομίσθια ή 1 μηνιαίο μισθό εφόσον η άδεια διαρκεί ένα ολόκληρο μήνα 13 ημερομίσθια ή ½ μηνιαίο μισθό
 

 

ΜΕ ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΠΡΟΥΠΗΡΕΙΣΑ 12 ΕΤΩΝ ΣΕ ΟΠΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ ΕΡΓΟΔΟΤΗ

Από την πρόσληψη μέχρι την 31/12ου του πρώτου έτους 25/12 ανά μήνα ή 2,0833 ημέρες ανά μήνα 2,5 ημέρες ανά μήνα ή 30/12 ανά μήνα 2,5 ημερομίσθια ή 2,5/25 του μηνιαίου μισθού Ποσό ίσο με τις αποδοχές και μέχρι το 1/2 του μισθού ή 13 ημερομίσθια
Από την 1/1 του δεύτερου ημερολογιακού έτους και μέχρι την 31/12 25/12 ανά μήνα ή 2,0833 ημέρες ανά μήνα 2,5 ημέρες ανά μήνα ή 30/12 ανά μήνα 2,5 ημερομίσθια ή 2,5/25 του μηνιαίου μισθού για κάθε μήνα και σε περίπτωση απασχόλησης όλο το δεύτερο έτος 30 ημερομίσθια ( 30/25 μηνιαίου μισθού) 13 ημερομίσθια ή ½ μηνιαίο μισθό
Από την τρίτο έτος και μετά 25 ημέρες 30 ημέρες 30 ημερομίσθια ή 30/25 του μηνιαίου μισθού 13 ημερομίσθια ή ½ μηνιαίο μισθό
 

 

ΜΕ ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΠΡΟΥΠΗΡΕΙΣΑ 25 ΕΤΩΝ ΣΕ ΟΠΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ ΕΡΓΟΔΟΤΗ ΑΡΘΡΟ 3 της ΕΓΣΣΕ (ΠΚ. 13 – 18/4/2008 ΕΘΝΙΚΗ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΕΤΩΝ 2008 ΚΑΙ 2009)

Από την πρόσληψη μέχρι την 31/12ου του πρώτου έτους 26/12 ανά μήνα ή 2,1666 ημέρες ανά μήνα 2,5833 ημέρες ανά μήνα ή 31/12 ανά μήνα 2,58333 ημερομίσθια ή 2,58333/25 του μηνιαίου μισθού Ποσό ίσο με τις αποδοχές και μέχρι το 1/2 του μισθού ή 13 ημερομίσθια
Από την 1/1 του δεύτερου ημερολογιακού έτους και μέχρι την 31/12 26/12 ανά μήνα ή 2,1666 ημέρες ανά μήνα 2,5833 ημέρες ανά μήνα ή 31/12 ανά μήνα 2,58333 ημερομίσθια ή 2,58333/25 του μηνιαίου μισθού για κάθε μήνα και σε περίπτωση απασχόλησης όλο το δεύτερο έτος 301ημερομίσθια ( 31/25 μηνιαίου μισθού) Ποσό ίσο με τις αποδοχές και μέχρι το 1/2 του μισθού ή 13 ημερομίσθια
Από την τρίτο έτος και μετά 26 ημέρες 31 ημέρες 31 ημερομίσθια ή 31/25 του μηνιαίου μισθού 13 ημερομίσθια ή ½ μηνιαίο μισθό

Επιπλέον με το ΑΡΘΡΟ 3 της ΕΓΣΣΕ ( ΠΚ. 13 – 18/4/2008 ΕΘΝΙΚΗ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΕΤΩΝ 2008 ΚΑΙ 2009)

Προσαύξηση της κανονικής άδειας μετά 25 ετή εργασία

Υπάλληλοι και εργατοτεχνίτες (-τριες) που συµπληρώνουν υπηρεσία δέκα (10) ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία δώδεκα (12) ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη και µε οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια τριάντα (30) εργάσιµων ηµερών, αν εφαρµόζεται σύστηµα εξαήµερης εβδοµαδιαίας εργασίας ή είκοσι πέντε (25) εργάσιµων ηµερών, αν εφαρµόζεται σύστηµα πενθήµερης εβδοµαδιαίας εργασίας.

Από 1-1-2008, µετά τη συµπλήρωση 25ετούς υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας δικαιούνται µία (1) επιπλέον εργάσιµη ηµέρα, δηλ. συνολικά τριάντα µία (31) και είκοσι εξι (26) εργάσιµες ηµέρες αντίστοιχα.

Άδεια σε περίπτωση εκ περιτροπής ή διαλείπουσας εργασίας. (παρ 2 άρθρο 2 ν.539/1945)

Σε περίπτωση διαλείπουσας εργασίας ή εκ περιτροπής εργασίας, ο μισθωτός δικαιούται, μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης σχέσης εργασίας στην επιχείρηση, κάθε ημερολογιακό έτος, άδεια με αποδοχές ίση με το ένα δωδέκατο της άδειας που προβλέπεται από αυτόν το νόμο ή άλλη ειδικότερη διάταξη, για κάθε μήνα απασχόλησης από την πρόσληψη του, αν η άδεια χορηγείται για πρώτη φορά, ή από τη λήψη της άδειας του προηγούμενου έτους, μέχρι την ημέρα έναρξης της άδειας.

Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου ως μήνας λογίζονται είκοσι πέντε (25) ημέρες απασχόλησης. Αν προκύπτει κατά τον υπολογισμό αυτής της παραγράφου, κλάσμα χρόνου άδειας, που υπερβαίνει τη μισή ημέρα, το κλάσμα στρογγυλοποιείται σε ολόκληρη ημέρα.

————————————

ΧΡΟΝΟΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ  (άρθρο 3 παρ 1 ν.539/1945)
Η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται µεταξύ εργοδότου και µισθωτού, του πρώτου υποχρεουµένου να χορηγήσει την αιτηθείσαν άδειαν το πολύ εντός διµήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως. Πάντως τα ήµισυ τουλάχιστον των κατ΄έτος, εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουµένων αδείας δέον να ικανοποιούνται εντός του από 1ης Μαίου µέχρι 30 Σεπτεµβρίου χρονικού διαστήµατος. Η κατά τα ανωτέρω απαιτουµένη αίτησις σκοπεί µόνον εις τον προσδιορισµόν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις διά την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν διά την υπό του µισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόµου, άσκησιν του εις άδειαν µετ΄ αποδοχών δικαιώµατος αυτού, του εργοδότου υποχρεουµένου όπως προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχη την άδειαν έστω και εάν δεν εζητήθη αύτη υπό του µισθωτού.

Πότε καταβάλλονται οι αποδοχές της αδείας και το επίδομα αδείας

Κατά το άρθρο 3 παράγ. 8 του Α.Ν. 539/1945, τόσο οι αποδοχές αδείας όσο και το επίδομα της αδείας προκαταβάλλονται στον μισθωτό κατά την έναρξη της αδείας του. Οι αποδοχές της αδείας και του επιδόματος της αδείας δεν συμψηφίζονται με ανώτερες καταβαλλόμενες αποδοχές από τις νόμιμες.

Κατά το άρθρο 3 παρ 1 και 2 κατά την διάρκειαν της αδείας ο µισθωτός δικαιούται, των συνήθων αποδοχών, ως θα εδικαιούτο, εάν απησχολείτο παρά τη υπόχρεη επιχειρήσει κατά τον αντίστοιχον χρόνον ή των αποδοχών των τυχόν δια την περίπτωσιν ταύτην καθωρισµένων δια συλλογικής συµβάσεως.

Δια τον κατ’ αποκοπήν ή κατ’ άλλον σύστημα κυμαινομένων αποδοχών αμειβόμενον μισθωτόν, αι αποδοχαί, ων δικαιούται κατά την διάρκειαν της αδείας του, εξευρίσκονται πολλαπλασιαζομένων των κατά μέσον όρον από της λήξεως της αδείας του προηγουμένου έτους ή προκειμένου περί αδείας χορηγουμένης το πρώτον, από της προσλήψεως, μέχρι της ενάρξεως της αδείας, ημερησίων αποδοχών του, επί τον αριθμόν των εργασίμων ημερών αι οποίαι περιλαμβάνονται εις την χορηγηθείσαν αυτώ άδειαν.

Ημέρες που δεν περιλαμβάνονται στην ετήσια άδεια

Κατά το άρθρο 2 παράγραφος 3 του Α.Ν.539/1945 δεν περιλαµβάνονται εις την ετησίαν άδειαν µετ΄αποδοχών:
Α. αι επίσηµοι ή αι κατά έθιµον εορτάσιµοι ηµέραι και
Β. αι διακοπαί εργασίας, αι οφειλόµεναι εις ασθένειαν.

———————————————-


ΟΙ ΕΡΓΟΔΟΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΜΕΝΟΙ ΝΑ ΤΗΡΟΥΝ ΒΙΒΛΙΟ ΑΔΕΙΩΝ

Σύμφωνα με τον Ν.4254/2014 που τροποποίησε την παράγραφο 3 του άρθρου 4 του νόμου 539/1945

3α. Κάθε εργοδότης οφείλει να τηρεί ειδικό βιβλίο, το οποίο δύναται να είναι και σε μορφή μηχανογραφημένων σελίδων.
Το ειδικό βιβλίο ή οι μηχανογραφημένες σελίδες πρέπει να φέρουν τα στοιχεία της επιχείρησης, την ένδειξη «Βιβλίο αδειών» και να περιλαμβάνει τις παρακάτω στήλες:
Ονοματεπώνυμο μισθωτών, ημερομηνία πρόσληψης, αριθμός δικαιούμενων ημερών αδείας, χρονολογία έναρξης και λήξης χορηγηθείσας αδείας, αποδοχές αδείας, επίδομα αδείας. Ειδικώς, οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας συμπληρώνονται στο σύνολό τους μέχρι το τέλος του σχετικού ημερολογιακού έτους λήψης της κανονικής άδειας.
Τα ανωτέρω στοιχεία πρέπει να είναι στη διάθεση των Επιθεωρητών Εργασίας του Σ.ΕΠ.Ε. που ασκούν τον έλεγχο και την εποπτεία της εφαρμογής του παρόντος.

β. Ο εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιεί ηλεκτρονικά στο πληροφοριακό σύστημα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ΣΕΠΕ-ΟΑΕΔ IKA-ETAM, με την ονομασία «ΕΡΓΑΝΗ», εντός του μηνός Ιανουαρίου, στοιχεία των εργαζομένων που έλαβαν την ετήσια άδεια και το επίδομα αδείας κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος.
Σε περίπτωση μη τήρησης της υποχρέωσης αυτής επιβάλλονται από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα, σε βάρος του εργοδότη, κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 24 του ν.3996/2011 (Α’ 170) όπως ισχύει.
Με υπουργική απόφαση δύναται να ρυθμίζεται κάθε όρος και αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσης.

Η παράγραφος 3, τέθηκε όπως αντικαταστάθηκε με την περίπτωση 2 της υποπαραγράφου ΙΑ.5. του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 και ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι 07-04-2014, σύμφωνα με το άρθρο τέταρτο του ιδίου νόμου.

 

Της Δικηγόρου – Δημοσιολόγου, Μαριάννας Κατσιάδα – Καρούζου

Η άδεια άνευ αποδοχών δεν προβλέπεται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αλλά στηρίζεται στην αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων σύμφωνα με το άρθρο 361 του ΑΚ, το οποίο αναφέρει: «Ενοχή από σύμβαση. Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικό».

Αποτέλεσμα τούτου, η άδεια αυτή δεν είναι δυνατόν να χορηγηθεί υποχρεωτικά από τον εργοδότη (ΑΠ 751/1987). Η χορήγησή της δε, γίνεται έπειτα από συμφωνία των μερών εργοδότη – εργαζόμενου. Κατ’ ουσίαν αποτελεί μια συμβατική αναστολή της εργασιακής σύμβασης, κατά τη διάρκεια της οποίας ούτε ο μισθωτός παρέχει υπηρεσίες ούτε ο εργοδότης καταβάλλει αποδοχές και ασφαλιστικές εισφορές. Μετά τη λήξη της αδείας, ο εργαζόμενος υποχρεώνεται να προσφέρει και πάλι τις υπηρεσίες του, ο δε εργοδότης να τις αποδεχτεί. Σε περίπτωση σύμβασης ορισμένου χρόνου, η χορήγηση της άδειας αυτής μπορεί να θεωρηθεί ότι επιφέρει αναστολή λήξης της σύμβασης για ίσο χρόνο, με το χρονικό διάστημα της άδειας. Στην περίπτωση που ο εργοδότης δεν αποδεχθεί τις υπηρεσίες του εργαζομένου του, εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας.

Γίνεται ωστόσο δεκτό ότι, ο εργοδότης δεν μπορεί εύλογα να αρνηθεί τη χορήγηση άδειας χωρίς αποδοχές, όταν ο μισθωτός έχει ανάγκη απ΄ αυτή και η αντικατάστασή του στην εργασία δεν είναι δυσχερής. Αντιθέτως, μια τέτοια άρνηση θα παραβίαζε το άρθρο 288 ΑΚ, αποτελώντας κακόπιστη και καταχρηστική συμπεριφορά.

Επιπρόσθετα, δεν υπάρχει νομοθετικό πλαίσιο, που να καθορίζει τον αριθμό των ημερών αδείας άνευ αποδοχών. Κατά κανόνα, ο χρόνος της άδειας αυτής είναι προκαθορισμένος, οπότε ο μισθωτός με τη λήξη της οφείλει να επανέλθει στην εργασία του. Μπορεί ωστόσο να συνομολογηθεί και αόριστης διάρκειας, οπότε έκαστο μέρος έχει δικαίωμα καταγγελίας της σχετικής συμφωνίας και ο μεν εργαζόμενος οφείλει να επανέλθει στην εργασία του, ο δε εργοδότης να αποδεχθεί άμεσα την εργασία του.

Επιπλέον, δεν υπάρχουν ιδιαίτερες διατυπώσεις για την χορήγηση της άδειας αυτής, αλλά θα πρέπει να αποδεικνύεται με στοιχεία, όπως αίτηση των εργαζομένων, έγκριση του εργοδότη ή έγγραφη συμφωνία για τη χορήγηση της άδειας, οικεία κατάσταση προσωπικού, τα οποία θα θέτει στην διάθεση των ελεγκτικών οργάνων ο εργοδότης.

Δεδομένου ότι, η άδεια άνευ αποδοχών αποτελεί αναστολή της εργασιακής σχέσης, καθώς ο εργασιακός δεσμός μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου δεν διακόπτεται (σχέση εργασίας ενεργή), ο χρόνος άδειας άνευ αποδοχών θεωρείται ως χρόνος υπηρεσίας και συνεπώς υπολογίζεται για τον καθορισμό των δικαιωμάτων του μισθωτού που σχετίζονται με την προϋπηρεσία, καθώς και το ποσό της αποζημίωσης λόγω απόλυσης (ΑΠ 1534/1986, ΕΕΔ 1988, σελ. 13, ΑΠ 751/1987, ΔΕΝ 44, σελ. 178). Αντίθετα, δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των δώρων Χριστουγέννων ή Πάσχα. Πρέπει να τονισθεί ότι ο μισθωτός δεν δικαιούται αμοιβής ή ασφάλισης κατά την διάρκεια της άδειας (έγγραφο ΙΚΑ Ε40/211/25-6-2008). Τέλος, η καταγγελία της εργασιακής σχέσης εν μέσω της άδειας άνευ αποδοχών είναι επιτρεπτή.


Με τις νέες ρυθμίσεις του άρθρου 62 τουΝ.4808/19-6-2021, καθιερώνεται για πρώτη φορά ρητά ο θεσμός της άδειας άνευ αποδοχών στον ιδιωτικό τομέα. Πρόκειται για συμφωνημένη, μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου αναστολή της σύμβασης εργασίας, η οποία διαρκεί μέχρι ένα (1) έτος, με δυνατότητα παράτασης με νέα συμφωνία μεταξύ των μερών. Ειδικότερα στη διάταξη του άρθρου 62 ορίζεται ότι

«1. Εργαζόμενος πλήρους ή μερικής απασχόλησης δύναται, κατόπιν ατομικής έγγραφης συμφωνίας με τον εργοδότη, να λάβει άδεια άνευ αποδοχών για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος, η οποία δύναται να παραταθεί με νεότερη συμφωνία των μερών. Κατά τη διάρκεια της άδειας αυτής η σύμβαση εργασίας τίθεται σε αναστολή και δεν οφείλονται ασφαλιστικές εισφορές. Η έγγραφη συμφωνία αναρτάται στο Πληροφοριακό Σύστημα (Π.Σ.) «Εργάνη» και αντίγραφό της γνωστοποιείται στον e-Ε.Φ.Κ.Α..
2. Μετά τη λήξη της άδειας άνευ αποδοχών αναβιώνουν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών εκ της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας».

Υπογραμμίζεται ότι επί του παρόντος και μέχρι να καταστεί τεχνικά δυνατό, δεν υφίσταται η δυνατότητα ανάρτησης στο πληροφοριακό σύστημα «Εργάνη» της έγγραφης συμφωνίας περί χορήγησης άδειας άνευ αποδοχών. Προς τούτο αναμένεται να εκδοθεί στο προσεχές διάστημα σχετική υπουργική απόφαση. Επίσης δεν υφίσταται τεχνική δυνατότητα, αντίγραφο της άδειας άνευ αποδοχών να γνωστοποιείται στον e-Ε.Φ.Κ.Α., και μέχρι να καταστεί δυνατή η ηλεκτρονική γνωστοποίηση, συνιστάται ο εργοδότης να γνωστοποιεί στις αρμόδιες υπηρεσίες εσόδων του τέως Ι.Κ.Α. – Ε.Φ.Κ.Α. την έγκριση της άδειας άνευ αποδοχών των υπαλλήλων του μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα και σε χρόνο πριν την έναρξη χορήγησής της με πρωτόκολλο παραλαβής, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 2690/1999 , και αυτό για να μη τεθεί αμφισβήτηση για το εάν όντως χορηγήθηκε ή όχι και να είναι καλυμμένη η επιχείρηση κατά τον έλεγχο που θα διενεργήσουν σε μελλοντικό χρόνο τα ελεγκτικά όργανα του Ασφαλιστικού Ιδρύματος.

Η άδεια άνευ αποδοχών έχει ως νομική βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων κατά το άρθρο 361 του Αστικού Κώδικα και επομένως για τη χορήγησή της απαιτείται να έχει προηγηθεί συμφωνία εργοδότη και εργαζόμενου και κατά συνέπεια δεν μπορεί να επιβληθεί μονομερώς ούτε από τον εργοδότη ούτε και από τον εργαζόμενο.

Σχέση Ετήσιας Κανονικής Αδειας και Αδεια Ανευ Αποδοχών

Σε ότι αφορά τη χορήγηση κανονικής αδείας στους εργαζομένους που έχουν λάβει άδεια άνευ αποδοχών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 62 Ν.4808/2021 , επισημαίνεται ότι για τη λήψη και τον υπολογισμό των ημερών κανονικής αδείας των εργαζομένων, θα ληφθεί υπόψη και το χρονικό διάστημα κατά οποίο ο εργαζόμενος τελούσε σε άδεια άνευ αποδοχών ( παρ. 6, άρθρο 2 του Α.Ν. 539/45 ) (Εγκύκλιος Υπουργείου Εργασίας 64597 /3-9-2021).

Η άδεια άνευ αποδοχών θα πρέπει να χορηγείται μετά την εξάντληση της κανονικής άδειας ή να συμφωνείται η τύχη της κανονικής άδειας κατά τη χορήγηση της άδειας άνευ αποδοχών.

Αν παρ΄ όλα ταύτα ένας μισθωτός απέχει από την εργασία του, έχοντας λάβει άδεια άνευ αποδοχών λόγω προσωπικών ή οικογενειακών αναγκών με τη συγκατάθεση προφανώς του εργοδότη του, η αποχή αυτή δεν του στερεί τη δυνατότητα, να ζητήσει και να λάβει την ετήσια κανονική του άδεια με αποδοχές, προκειμένου, να παρασχεθεί σ΄ αυτόν η δυνατότητα να αναπαυθεί προς αναπλήρωση των αναλωθεισών στην εργασία του σωματικών ή πνευματικών του δυνάμεων.

Αλλωστε το θέμα, του κατά πόσον ο μισθωτός ο οποίος έκανε χρήση άδειας άνευ αποδοχών, δικαιούται να λάβει και την κανονική του άδεια μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος, έγκειται κατά κύριο λόγο στην καλή πίστη μεταξύ αυτού και του εργοδότη του.

Βεβαίως δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι σε κάθε περίπτωση χορήγησης άδειας άνευ αποδοχών οφείλεται στον εργαζόμενο και η κανονική ετήσια άδεια με αποδοχές. Μόνο αν πρόκειται περί απολύτως δικαιολογημένης απουσίας, κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος που έτυχε της άδειας αυτής άνευ αποδοχών είναι δυνατό να έχει αναλώσει περισσότερες πνευματικές ή σωματικές δυνάμεις (όπως στην άδεια άνευ αποδοχών για μετεκπαίδευση), δικαιούται τόσο την κανονική άδεια με αποδοχές, όσο και το επίδομα άδειας. Κατά την κρατούσα άποψη, εφόσον πρόκειται για ολιγοήμερη και απολύτως δικαιολογημένη απουσία δεν μπορεί, κατά τις αρχές της καλής πίστης, να χαρακτηρισθεί ότι η άδεια άνευ αποδοχών έχει επιφέρει διακοπή του χρόνου συνεχούς απασχολήσεως και ως εκ τούτου γίνεται δεκτό ότι οφείλεται και η κανονική ετήσια άδεια στον εργαζόμενο.

Εν κατακλείδι πάντως διευκρινίζεται ότι στην εργατική νομοθεσία και εν προκειμένω στη διάταξη του άρθρου 62 του Ν.4808/2021 , δεν ορίζεται ότι η ετήσια κανονική μετ΄ αποδοχών άδεια θα πρέπει να έχει προηγηθεί της άδειας άνευ αποδοχών ή να έχει εξαντληθεί ο χρόνος χορήγησης της πριν από την άδεια άνευ αποδοχών. Κατά συνέπεια η ετήσια κανονική άδεια μπορεί είτε να προηγείται είτε υπό προϋποθέσεις να ακολουθεί την άδεια άνευ αποδοχών.

Παράδειγμα 1ο

Μισθωτός απασχολούμενος επί πενθήμερο (με ημέρες ανάπαυσης Σάββατο και Κυριακή), που διανύει το 10ο και πλέον ημερολογιακό έτος υπηρεσίας σε συγκεκριμένη επιχείρηση, χωρίς πρόσθετη προϋπηρεσία, ο οποίος δεν έχει κάνει χρήση ημερών αδείας κατά το έτος 2021, ζήτησε και έλαβε άδεια (κανονική και άνευ αποδοχών) κατά το χρονικό διάστημα από την Τετάρτη 1η Σεπτεμβρίου 2021 έως την 3η Δεκεμβρίου 2021 επικαλούμενος προσωπικούς λόγους. Πως μπορεί να αντιμετωπισθεί με καλή πίστη αλλά ταυτόχρονα και με σύννομο και ορθολογικό τρόπο το είδος της άδειας που θα του χορηγηθεί (ετήσια κανονική και άνευ αποδοχών) καθώς και το χρονικό πλαίσιο χορήγησης αυτής κατά το εν λόγω διάστημα;

Απάντηση

Με βάση τα δεδομένα του ανωτέρω παραδείγματος ο υπόψη μισθωτός δικαιούται είκοσι πέντε (25) ημέρες άδεια κατά το ημερολογιακό έτος 2021.

Με δεδομένο ότι η άδεια άνευ αποδοχών θα πρέπει να χορηγείται κατά βάση μετά την εξάντληση της κανονικής άδειας ή να συμφωνείται η τύχη της κανονικής άδειας κατά τη χορήγηση της άδειας άνευ αποδοχών, προκύπτει η αναγκαιότητα χορήγησης κατ΄ αρχήν της ετήσιας κανονικής αδείας κατά το διάστημα από την 1η Σεπτεμβρίου 2021 έως και την 5η Οκτωβρίου 2021 στο οποίο εμπεριέχονται 25 εργάσιμες ημέρες.

Για το διάστημα από την 6η Οκτωβρίου έως και την 3η Δεκεμβρίου 2021 η επιχείρηση μπορεί να έλθει σε γραπτή συμφωνία με τον εν λόγω μισθωτό της για τη χορήγηση σε αυτόν άδειας άνευ αποδοχών.

Παράδειγμα 2ο

Μισθωτός χωρίς προϋπηρεσία αμειβόμενος με μεικτό μηνιαίο μισθό 650,00 €, ο οποίος προσλήφθηκε σε εμπορική επιχείρηση την 20η Οκτωβρίου 2020 με καθεστώς πλήρους απασχόλησης και εξαήμερη εργασία, ζήτησε και έλαβε άδεια άνευ αποδοχών κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Φεβρουαρίου 2021 έως και την 30 Ιουνίου 2021, ενώ ταυτόχρονα συμφωνήθηκε να λάβει το σύνολο της δικαιούμενης ετήσιας κανονικής άδειας του 2ου ημερολογιακού έτους. Η εργασιακή του σχέση παρέμεινε ενεργός καθ΄ όλο το ημερολογιακό έτος 2021. Πόσες ημέρες άδειας δικαιούται κατά το έτος 2021, αποδοχές άδειας =; επίδομα άδειας = ;

Απάντηση

Όπως προελέχθη, για τη λήψη και τον υπολογισμό των ημερών κανονικής αδείας του υπόψη εργαζόμενου, θα ληφθεί υπόψη και το χρονικό διάστημα κατά οποίο ο εργαζόμενος τελούσε σε άδεια άνευ αποδοχών. Με δεδομένο ότι για τον υπόψη εργαζόμενο, το έτος 2021 συνιστά 2ο ημερολογιακό έτος απασχόλησης, καθώς και το γεγονός ότι η εργασιακή του σχέση διήρκεσε καθ΄ όλο το έτος 2021, δικαιούται είκοσι πέντε (25) ημέρες άδειας (ημέρες άδειας 2ου ημερολογιακού έτους για τους επί εξαήμερο απασχολούμενους) και το επίδομα άδειας ανέρχεται σε μισό (1/2) μηνιαίο μισθό. Συνεπώς αποδοχές αδείας = 650,00 €, Επίδομα άδειας = 325,00€. Επισημαίνεται ότι με τις ρυθμίσεις του άρθρου 61 του Ν.4808/19-6-2021, τροποποιείται η παρ. 1 του άρθρου 4 του Α.Ν. 539/1945 , ως προς την υποχρέωση σε παροχή άδειας από τον εργοδότη στον μισθωτό μέχρι το τέλος εκάστου ημερολογιακού έτους ακόμη κι αν δεν ζητηθεί από τον εργαζόμενο και προστίθεται τέταρτο εδάφιο σχετικά με την εξάντληση της δικαιούμενης ετήσιας άδειας εντός του πρώτου τριμήνου του επόμενου ημερολογιακού έτους. Κατά συνέπεια με τις νέες διατάξεις προβλέπεται ότι το υπόλοιπο της ετήσιας άδειας αναψυχής του μισθωτού που δεν έχει χορηγηθεί εντός του αντίστοιχου ημερολογιακού έτους, πρέπει να εξαντληθεί το αργότερο εντός του πρώτου τριμήνου του αμέσως επόμενου έτους ήτοι εν προκειμένω μέχρι 31 Μαρτίου 2022.

Παράδειγμα 3ο

Εργατοτεχνίτης ο οποίος προσλήφθηκε την 1η Φεβρουαρίου 2021 με καθεστώς μερικής απασχόλησης είκοσι (20) ωρών εβδομαδιαίως (πενθήμερο, τετράωρο), αμειβόμενος με ημερομίσθιο 20,00 € και ωρομίσθιο 5,00 €, ζήτησε και έλαβε άδεια άνευ αποδοχών κατά το χρονικό διάστημα από την 16η Μαρτίου 2021 έως και την 31η Μαΐου 2021. Με τη λήξη της άδειας άνευ αποδοχών επέστρεψε και εργάσθηκε μέχρι και την 31η Οκτωβρίου 2021 οπότε και λύθηκε η εργασιακή του σχέση. Διευκρινίζεται ότι ο εν λόγω εργαζόμενος δεν έκανε χρήση ημερών αδείας καθ΄ όλο το διάστημα της απασχόλησης του. Πόσες ημέρες άδειας δικαιούται κατά το έτος 2021, αποδοχές άδειας =; επίδομα άδειας = ;

Απάντηση

Με δεδομένο ότι για τον υπόψη εργαζόμενο, το έτος 2021 συνιστά 1ο ημερολογιακό έτος απασχόλησης, καθώς και το γεγονός ότι η εργασιακή του σχέση διήρκεσε από 1ης Φεβρουαρίου 2021 έως την 31η Οκτωβρίου 2021, ήτοι εννέα (9) μήνες συμπεριλαμβανόμενου και του διαστήματος της άδειας άνευ αποδοχών, δικαιούται δέκα πέντε (15) ημέρες άδειας [ημέρες άδειας 1ου ημερολογιακού έτους για τους επί πενθήμερο απασχολούμενους, ήτοι (20/12) x 9 μήνες = 15 ημέρες άδειας]. Κατά συνέπεια, Αποδοχές μη ληφθείσας άδειας = Ημερομίσθιο τετραώρου x 15 ημέρες άδεια = 20,00 x 15 = 300,00 και επίδομα άδειας = 13 ημερομίσθια = 13 x 20 = 260,00 €.

Παράδειγμα 4ο

Υπάλληλος ο οποίος προσλήφθηκε την 1η Απριλίου 2021 χωρίς προϋπηρεσία, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης (πενθήμερο οκτάωρο, Δευτέρα έως Παρασκευή), σε επιχείρηση η οποία εφαρμόζει πάγια, την πολιτική να παραμένει κλειστή καθ΄ όλες τις εργάσιμες ημέρες του μηνός Αυγούστου, πόσες ημέρες άδειας δικαιούται κατά το έτος 2021; Επιπρόσθετα με ποια διαδικασία μπορεί σύννομα να διαχειρισθεί το πλαίσιο χορήγησης της ετήσιας κανονικής άδειας, καθώς και της χορήγησης άδειας άνευ αποδοχών; Διευκρινίζεται ότι οι εργάσιμες ημέρες από Δευτέρα έως Παρασκευή του μηνός Αυγούστου 2021, ανέρχονται σε είκοσι (22).

Απάντηση

Στις περιπτώσεις που επιχείρηση εφαρμόζει την πολιτική, να παραμένει κλειστή ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ειδικά κατά την καλοκαιρινή περίοδο, για την αποφυγή συγκρούσεων και εργατικών διαφορών, προτείνεται να συμπεριλαμβάνεται στην ατομική σύμβαση εργασίας ενός μισθωτού κατά την έναρξη της σχέσης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της, ως προϊόν συμφωνίας (εργοδότη και εργαζόμενου) ο κάτωθι όρος: «Ο Εργοδότης δυνητικά μπορεί να εφαρμόζει το σύστημα χορήγησης της ομαδικής άδειας και τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι η άδεια θα χορηγείται κατά το διάστημα που η επιχείρηση θα παραμένει κλειστή ειδικά κατά την καλοκαιρινή περίοδο. Στην περίπτωση δε που οι εργάσιμες ημέρες που συμπίπτουν με το διάστημα διακοπής λειτουργίας της επιχείρησης είναι περισσότερες από τις ημέρες άδειας που δικαιούται ο Εργαζόμενος, οι παραπάνω αυτές ημέρες που δεν καλύπτονται με ημέρες άδειας, συμφωνείται ότι είναι ημέρες άδειας άνευ αποδοχών».

Με τις ρυθμίσεις του άρθρου 2, παρ. 1β του Α.Ν.539/45 όπως ισχύει, ο εργοδότης υποχρεούται μέχρι τη λήξη του πρώτου ημερολογιακού έτους, εντός του οποίου προσελήφθη ο μισθωτός να χορηγεί σε αυτόν αναλογία της κανονικής άδειας, σύμφωνα με το διάστημα απασχόλησης του κατά το υπό εξέταση έτος. Πιο συγκεκριμένα οι ημέρες άδειας που δικαιούται ο εν λόγω εργαζόμενος που διανύει το πρώτο ημερολογιακό έτος απασχόλησης, είναι (20/12) x μήνες απασχόλησης, ήτοι εν προκειμένω, αν η σχέση εργασίας παραμείνει ενεργός έως 31/12/2021, Ημέρες άδειας = (20/12) x 9 μήνες = 15 ημέρες.

Με δεδομένο ότι έχει συμπεριληφθεί ο ανωτέρω όρος στην ατομική σύμβαση εργασίας, ή έστω ο εργαζόμενος αποδέχεται ακόμη και σιωπηρά το πλαίσιο η άδεια να χορηγείται κατά το διάστημα που η επιχείρηση θα παραμένει κλειστή, ο εργοδότης είχε εν προκειμένω κατά το χρόνο αναφοράς (πριν το κλείσιμο της επιχείρησης το μήνα Αύγουστο) δυο (2) επιλογές:

1. να θεωρήσει καλή τη πίστη ότι η σχέση εργασίας του υπόψη μισθωτού, θα παραμείνει ενεργός μέχρι 31/12/2021, οπότε και στο διάστημα που η επιχείρηση παρέμεινε κλειστή το μήνα Αύγουστο 2021, ο εργαζόμενος θα λογισθεί ότι έκανε χρήση του συνόλου των ημερών της δικαιούμενης αδείας των δέκα πέντε (15) ημερών, με αποτέλεσμα οι απομένουσες (22-15) επτά (7) εργάσιμες ημέρες του διαστήματος, να λογισθούν ως ημέρες άδειας άνευ αποδοχών, για τις οποίες και ακολουθούνται οι σχετικές διαδικασίες (Έγγραφος τύπος της άδειας άνευ αποδοχών, με γνωστοποίηση στο τέως Ι.Κ.Α. σε χρόνο προγενέστερο του χρόνου έναρξης χορήγησης της).

2. να χορηγήσει σε αυτόν κατά το διάστημα που η επιχείρηση παρέμεινε κλειστή, μέρος της κανονικής άδειας, κατ΄ αναλογία το χρόνου απασχόλησης του έως 31/8/2021, ήτοι να του χορηγήσει 8 ημέρες άδειας [(20/12) x 5* μήνες = 8,33] και τις υπόλοιπες επτά (7) ημέρες άδειας (15- 8), αν και εφόσον η σχέση εργασίας του παραμείνει ενεργός, να τις χορηγήσει μέχρι τη δήλη ημέρα χορήγησης της άδειας που πλέον με τις νέες ρυθμίσεις του άρθρου 61 του Ν. 4808/2021, είναι η 31η Μαρτίου 2022. 5* μήνες = Οι μήνες από Απρίλιο έως Αύγουστο

Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από άρθρο του κ. Πέτρου Ραπανάκη, με τίτλο «Άδεια άνευ αποδοχών» που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Δεκεμβρίου 2021 του περιοδικού Epsilon7.


Ο νέος εργασιακός νόμος 4808/2021 (ΦΕΚ Α΄101) με τις ρυθμίσεις του αλλά και η αναγκαιότητα «τομών» στις εργασιακές σχέσεις μας απασχολούν όλους, πολύ περισσότερο σήμερα που οι εργασιακές σχέσεις αλλάζουν. Διαφοροποιείται σε σημαντικό βαθμό η ματιά του νομοθέτη όσον αφορά τις εργασιακές σχέσεις και το μέχρι πρότινος ισχύον εργατικό δίκαιο. Ένα τμήμα του νέου νόμου αναφέρεται στις άδειες των εργαζομένων, επεκτείνει κάποιες από τις υφιστάμενες και θεσμοθετεί νέες. Σημαντικότερες, όσον αφορά την κοινωνική τους αξία, εκείνες που αφορούν τον θεσμό της οικογένειας και εκείνες που στοχεύουν στην υποβοήθηση της ισορροπίας επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής, για γονείς και φροντιστές. Ουσιαστικά, με τις ρυθμίσεις για τις νέες άδειες που δικαιούνται γονείς και φροντιστές γίνονται σημαντικά βήματα για τη συμφιλίωση της επαγγελματικής με την οικογενειακή ζωή.

Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Β΄ του Ν. 4808/2021 άρθρο 33, που αφορούν τις άδειες σχετικές με την προστασία της οικογένειας, εφαρμόζονται σε όλους τους εργαζόμενους γονείς, φυσικούς, θετούς, ανάδοχους, καθώς και στις τεκμαιρόμενες μητέρες του άρθρου 1464 του Αστικού Κώδικα, που αποκτούν τέκνο με τη διαδικασία της παρένθετης μητρότητας, οι οποίοι απασχολούνται, με σχέση πλήρους ή μερικής απασχόλησης:

α) Στον ιδιωτικό τομέα.

β) Σε υπηρεσίες του Δημοσίου τομέα, όπως ορίζεται στο άρθρο 14 του Ν. 4270/2014 (ΦΕΚ Α΄ 143), κατά το μέρος που εφαρμόζεται σε αυτούς η εργατική νομοθεσία.

γ) Σε υπηρεσίες του Δημοσίου τομέα, όπως ορίζεται στο άρθρο 14 του Ν. 4270/2014 (ΦΕΚ Α΄ 143) με σύμβαση έμμισθης εντολής.

δ) Με συμβάσεις ή σχέσεις μέσω επιχείρησης προσωρινής απασχόλησης, του άρθρου 115 του Ν. 4052/2012 (ΦΕΚ Α΄ 41).

ε) Εφαρμόζονται επίσης στους εργαζομένους που έχουν προσληφθεί ή προσλαμβάνονται από την Πολεμική Αεροπορία και απασχολούνται στην Αμερικανική Ναυτική Ευκολία Σούδας.

1. Επέκταση της άδειας μητρότητας στην υιοθεσία, άρθρο 34. Με το άρθρο 34 καταργείται και αντικαθίσταται η παρ. 2 του άρθρου 44 του Ν. 4488/2017 (ΦΕΚ Α΄ 137) προκειμένου, ομοίως με τις τεκμαιρόμενες μητέρες του άρθρου 1464 του Αστικού Κώδικα και οι εργαζόμενες που υιοθετούν τέκνο, από την ένταξη του παιδιού στην οικογένεια και έως την ηλικία των οκτώ (8) ετών, να δικαιούνται το μεταγενέθλιο τμήμα της άδειας μητρότητας των 9 εβδομάδων, ως ορίζεται στο άρθρο 7 της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.) του 1993 και 2000, που κυρώθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 2874/2000 (ΦΕΚ Α΄ 286), καθώς και τις πάσης φύσεως αποδοχές και επιδόματα που συνδέονται με αυτήν, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις επιμέρους καταστατικές διατάξεις του φορέα ασφάλισής τους.

2. `Αδεια για υποβολή σε μεθόδους ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, άρθρο 35. Θεσμοθετείται, κατ΄ αναλογία των ρυθμίσεων που ήδη ισχύουν για τον δημόσιο τομέα το δικαίωμα των εργαζομένων γυναικών του ιδιωτικού τομέα που υποβάλλονται σε μεθόδους ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής του Ν. 3305/ 2005 (ΦΕΚ Α΄ 17) άδεια επτά (7) εργάσιμων ημερών με αποδοχές, ύστερα από βεβαίωση του θεράποντος ιατρού ή του διευθυντή Μονάδας Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής (Μ.Ι.Υ.Α.).

3. Ειδικές προβλέψεις για τη χορήγηση της ειδικής παροχής προστασίας μητρότητας, άρθρο 36.

Τροποποιείται το άρθρο 142 του Ν. 3655/2008 (ΦΕΚ Α΄ 58) και επεκτείνεται η χορήγηση της ειδικής παροχής προστασίας της μητρότητας:

α) Στις εργαζόμενες που υιοθετούν τέκνο από την ένταξη του παιδιού στην οικογένεια και έως την ηλικία των οκτώ (8) ετών, ομοίως με την τεκμαιρόμενη μητέρα του άρθρου 1464 του Αστικού Κώδικα, που αποκτά τέκνο με τη διαδικασία της παρένθετης μητρότητας.

β) Στις εργαζόμενες των περ. β) και γ) του άρθρου 33, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 142 του Ν. 3655/2008 και καταβάλλεται από τον φορέα στον οποίο ανήκει οργανικά η υπάλληλος ή από τον φορέα στον οποίο υπηρετεί και επιβαρύνεται με τη μισθοδοσία της, με ποσό ίσο με τον κατώτατο μισθό, όπως κάθε φορά καθορίζεται με βάση την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε..

4. `Αδεια φροντίδας τέκνου, άρθρο 37. Οι εργαζόμενοι γονείς ανεξάρτητα από το είδος δραστηριότητας του άλλου γονέα, ακόμη και αν ο άλλος γονέας δεν εργάζεται, δικαιούνται εναλλακτικώς μεταξύ τους, την άδεια φροντίδας τέκνου. Η άδεια χορηγείται για χρονικό διάστημα τριάντα (30) μηνών από τη λήξη της άδειας μητρότητας ή της ειδικής παροχής προστασίας της μητρότητας του άρθρου 36 ή της γονικής άδειας του άρθρου 28, ως μειωμένο ωράριο. Κατά το παραπάνω διάστημα, ο γονέας που κάνει χρήση του δικαιώματος αυτού, δικαιούται είτε να προσέρχεται κατά μία (1) ώρα αργότερα είτε να αποχωρεί κατά μία (1) ώρα νωρίτερα κάθε ημέρα από την εργασία είτε να τη διακόπτει κατά μία ώρα ημερησίως, σύμφωνα με την αίτησή του. Εναλλακτικώς, έπειτα από συμφωνία των μερών, το μειωμένο ωράριο της παρούσας μπορεί να χορηγείται με άλλους τρόπους, όπως:

α) Μειωμένο ωράριο εργασίας κατά δύο (2) ώρες ημερησίως για τους πρώτους δώδεκα (12) μήνες και κατά μία (1) ώρα ημερησίως για τους επόμενους έξι (6) μήνες.

β) Πλήρεις ημέρες άδειας, οι οποίες κατανέμονται σε εβδομαδιαία βάση, αντίστοιχου συνολικού αριθμού ωρών, εντός της χρονικής περιόδου κατά την οποία ο/η εργαζόμενος/η δικαιούται μειωμένου ωραρίου για τη φροντίδα του παιδιού.

γ) Ισόχρονη συνεχόμενη άδεια, χορηγούμενη εφάπαξ ή τμηματικώς, εντός της χρονικής περιόδου κατά την οποία ο/η εργαζόμενος/η δικαιούται μειωμένου ωραρίου για τη φροντίδα του παιδιού.

δ) Με όποιον άλλον τρόπο συμφωνούν τα μέρη.

Οι θετοί και ανάδοχοι γονείς δικαιούνται να λάβουν την άδεια φροντίδας τέκνου από την ένταξη του παιδιού στην οικογένεια και εφόσον το τέκνο δεν έχει συμπληρώσει την ηλικία των οκτώ (8) ετών.

Σε περίπτωση διαζυγίου, διάστασης ή γέννησης τέκνου χωρίς γάμο των γονέων του, την άδεια φροντίδας τέκνου λαμβάνει ο εργαζόμενος γονέας, που έχει την επιμέλεια του παιδιού, εκτός αν οι γονείς συμφωνήσουν διαφορετικά. Η άδεια χορηγείται έπειτα από κοινές υπεύθυνες δηλώσεις των γονέων προς τον εργοδότη ή τους εργοδότες τους, για το ποιος γονέας εκ των δύο θα κάνει χρήση της άδειας ή σε περίπτωση που συμφωνούν να τη μοιραστούν, με γνωστοποίηση των συγκεκριμένων χρονικών διαστημάτων που θα κάνει χρήση τμήματος της άδειας ο καθένας τους. Οι εργοδότες υποχρεούνται να παρέχουν στους εργαζόμενους, σχετικές βεβαιώσεις. Η άδεια φροντίδας χορηγείται με αποδοχές και θεωρείται ως χρόνος εργασίας.

Προβλέπεται επίσης ότι, σε περίπτωση μερικής απασχόλησης, η άδεια φροντίδας χορηγείται, ως αναλυτικά ορίζεται παραπάνω κατ΄ αναλογία του ημερήσιου χρόνου εργασίας.

5. `Αδεια παρακολούθησης σχολικής επίδοσης τέκνου, άρθρο 38. Επεκτείνεται το δικαίωμα των εργαζομένων γονέων να λάβουν την άδεια παρακολούθησης σχολικής επίδοσης τέκνου, από την ηλικία των 16 ετών συμπληρωμένων που ίσχυε, πλέον μέχρι την ηλικία των δεκαοκτώ (18) ετών συμπληρωμένων, για κάθε παιδί που παρακολουθεί μαθήματα στοιχειώδους ή μέσης εκπαίδευσης, καθώς επίσης και σε γονείς τέκνου με ειδικές ανάγκες, ανεξαρτήτως της ηλικίας του, που φοιτά σε δομή ειδικής εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας ή είναι ενταγμένο και παρακολουθεί προγράμματα σε Κέντρα Διημέρευσης Ημερήσιας Φροντίδας ατόμων με ειδικές ανάγκες (Κ.Δ.Η.Φ. ΑμεΑ), Κέντρα Δημιουργικής Απασχόλησης ατόμων με ειδικές ανάγκες (Κ.Δ.Α.Π. ΑμεΑ) και ειδικά εκπαιδευτήρια.

Η άδεια χορηγείται έπειτα από κοινές, ως προς το περιεχόμενο, υπεύθυνες δηλώσεις των γονέων προς τον εργοδότη ή τους εργοδότες τους, για το ποιος γονέας εκ των δύο θα κάνει χρήση της άδειας ή αν συμφωνούν να τη μοιραστούν, για τη γνωστοποίηση των συγκεκριμένων χρονικών διαστημάτων που θα κάνει χρήση τμήματος της άδειας ο καθένας τους. Οι εργοδότες υποχρεούνται να παρέχουν στους εργαζόμενους, σχετικές βεβαιώσεις.

6. `Αδεια γάμου, άρθρο 39. Σε περίπτωση τέλεσης γάμου ή σύναψης συμφώνου συμβίωσης, χορηγείται άδεια έξι (6) εργασίμων ημερών, με αποδοχές, εφόσον ο εργαζόμενος απασχολείται με σύστημα εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και πέντε (5) εργασίμων ημερών, εφόσον απασχολείται με σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας. Η άδεια αυτή δεν υπολογίζεται στην κανονική ετήσια άδεια του εργαζομένου.

7. `Αδεια προγεννητικών εξετάσεων, άρθρο 40. Οι έγκυοι εργαζόμενες απαλλάσσονται από την εργασία χωρίς περικοπή αποδοχών, κατόπιν προηγούμενης ενημέρωσης του εργοδότη, με κάθε πρόσφορο μέσο, προκειμένου να υποβάλλονται σε εξετάσεις προγεννητικού ελέγχου, εφόσον αυτές οι εξετάσεις πρέπει να γίνουν κατά τη διάρκεια του χρόνου εργασίας.

8. Μειωμένο ωράριο γονέων παιδιών με αναπηρία, άρθρο 41. Οι γονείς, που εργάζονται σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση που απασχολεί τουλάχιστον πενήντα (50) άτομα και έχουν παιδιά με πνευματική, ψυχική ή σωματική αναπηρία, η οποία πιστοποιείται με ιατρική γνωμάτευση του ασφαλιστικού φορέα στον οποίο υπάγονται τα πρόσωπα αυτά, έχουν το αυτοτελές δικαίωμα για κάθε παιδί, να ζητήσουν τη μείωση του ωραρίου εργασίας τους κατά μία (1) ώρα την ημέρα, με ανάλογη περικοπή των αποδοχών τους.

9. `Αδεια λόγω ασθένειας παιδιού ή άλλου εξαρτώμενου μέλους, άρθρο 42. Οι εργαζόμενοι γονείς, κατά την έννοια του άρθρου 33, έχουν ατομικό και αμεταβίβαστο δικαίωμα, ανεξάρτητα από δικαιώματα που παρέχονται από άλλες διατάξεις, να λαμβάνουν, κατόπιν αιτήσεως τους, άδεια άνευ αποδοχών, που δεν υπερβαίνει τις έξι (6) εργάσιμες ημέρες κάθε ημερολογιακό έτος, σε περίπτωση ασθένειας εξαρτώμενων παιδιών ή άλλων μελών της οικογένειας, όπως αυτά προσδιορίζονται στην παρ. 2. του ιδίου άρθρου. Η άδεια αυτή είναι δυνατό να χορηγείται εφάπαξ ή τμηματικά και αυξάνεται σε οκτώ (8) εργάσιμες ημέρες, εάν ο δικαιούχος προστατεύει δύο παιδιά και σε δεκατέσσερις (14) εργάσιμες ημέρες, εάν προστατεύει περισσότερα από δύο.

10. `Αδεια λόγω σοβαρών νοσημάτων των παιδιών, άρθρο 43. Στους εργαζόμενους γονείς, χορηγείται ειδική γονική άδεια, διάρκειας δέκα (10) εργασίμων ημερών κατ΄ έτος, με αποδοχές, για την αντιμετώπιση των αναγκών παιδιών έως δεκαοκτώ (18) ετών συμπληρωμένων, με νόσημα που απαιτεί μεταγγίσεις αίματος και παραγώγων του ή αιμοκάθαρση, με νεοπλασματική ασθένεια ή που χρήζει μεταμόσχευσης ή παιδιών, ανεξαρτήτως της ηλικίας τους, με βαριά νοητική στέρηση ή σύνδρομο DOWN ή αυτισμό. Η άδεια αποτελεί δικαίωμα του κάθε γονέα, χορηγείται χωρίς άλλη προϋπόθεση, πέραν των σχετικών διευκολύνσεων που παρέχονται από άλλες διατάξεις στους εργαζόμενους γονείς για οικογενειακούς λόγους και αφού εξαντληθούν συναφή δικαιώματα με αποδοχές, πλην της ετήσιας κανονικής άδειας.

11. `Αδεια λόγω νοσηλείας των παιδιών, άρθρο 44. Στους εργαζόμενους γονείς, χορηγείται ειδική γονική άδεια νοσηλείας χωρίς αποδοχές, σε περίπτωση νοσηλείας του παιδιού, ανεξαρτήτως της ηλικίας του, λόγω ασθένειας ή ατυχήματος που καθιστά αναγκαία την άμεση παρουσία του εργαζόμενου, για όσο διάστημα διαρκεί η νοσηλεία και σε κάθε περίπτωση όχι πέραν των τριάντα (30) εργάσιμων ημερών κατ` έτος. Η άδεια αυτή αποτελεί δικαίωμα του κάθε γονέα, χορηγείται, χωρίς άλλη προϋπόθεση, πέραν των σχετικών διευκολύνσεων που παρέχονται από άλλες διατάξεις στους εργαζόμενους γονείς για οικογενειακούς λόγους και αφού εξαντληθούν συναφή δικαιώματα με αποδοχές, πλην της ετήσιας κανονικής άδειας.

12. `Αδεια για μονογονεϊκές οικογένειες, άρθρο 45. Ειδικότερα στον εργαζόμενο γονέα, που έχει χηρέψει και στον άγαμο γονέα που έχει την αποκλειστική επιμέλεια παιδιού, χορηγείται άδεια έξι (6) εργάσιμων ημερών ετησίως, με αποδοχές, επιπλέον αυτής που δικαιούνται από άλλες διατάξεις. Γονέας με τρία (3) παιδιά ή περισσότερα, δικαιούται άδειας οκτώ (8) εργάσιμων ημερών ετησίως.

Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το άρθρο του κ. Βασιλείου Παπαβασιλείου με τίτλο «Οι εργασιακές άδειες για γονείς και φροντιστές», που δημοσιεύθηκε στο
τεύχος Ιανουαρίου 2022 του περιοδικού Epsilon7.

Με τις διατάξεις του άρθρου 28 του Ν. 4808/21 αντικαταστάθηκε  και βελτιώθηκε το προγενέστερο πλαίσιο χορηγήσεως της γονικής άδειας ανατροφής τέκνου, που προβλεπόταν από τις διατάξεις  του Ν. 4075/12. Οι διατάξεις αυτές  καταργήθηκαν  με τον εν λόγω νόμο.

Του Παλαιολόγου Ι Λιάζου*

Ειδικότερα, με τις διατάξεις του παραπάνω νόμου  προβλέπεται ατομικό και αμεταβίβαστο δικαίωμα στην γονική άδεια για κάθε εργαζόμενο γονέα, φυσικό, θετό ή ανάδοχο, καθώς και για κάθε πρόσωπο που ασκεί τη γονική μέριμνα. Η άδεια έχει διάρκεια τεσσάρων (4) μηνών και μπορεί να χορηγηθεί συνεχόμενα ή τμηματικά, ανάλογα με τις ανάγκες του εργαζομένου, σύμφωνα με την αίτησή του και με τα όσα ειδικότερα ορίζονται, μέχρι το παιδί να συμπληρώσει την ηλικία των οκτώ (8) ετών, με σκοπό την εκπλήρωση των ελάχιστων υποχρεώσεων ανατροφής προς αυτό.

Επιπρόσθετα, θεσμοθετείται η καταβολή επιδόματος από τον ΟΑΕΔ ενισχύοντας τη δυνατότητα των γονέων να κάνουν χρήση της άδειας αυτής, με σκοπό την αύξηση της χρήσης της, ιδιαιτέρως από τους πατέρες, προκειμένου να υποστηριχθεί η απασχόληση αλλά και η επαγγελματική ανέλιξη των μητέρων.

Ειδικότερα, από τον ΟΑΕΔ θα καταβάλλεται για τους πρώτους δύο μήνες της άδειας επίδομα γονικής άδειας σε κάθε γονέα, μηνιαίως, ποσού ίσου με τον ελάχιστο νομοθετημένο μισθό, όπως κάθε φορά καθορίζεται, καθώς και αναλογία δώρων εορτών και επιδόματος αδείας με βάση το προαναφερόμενο ποσό.

Παράλληλα, για τους δύο πρώτους μήνες που ο εργαζόμενος λαμβάνει επίδομα από τον Ο.Α.Ε.Δ., ασφαλίζεται επίσης από αυτόν στους κλάδους κυρίας συντάξεως και ασθενείας του οικείου ασφαλιστικού φορέα, καθώς και στους οικείους φορείς επικουρικής ασφάλισης.

Για άδειες που χορηγούνται από 19/6/2021 και μετά καθώς και για άδειες που δεν είχαν λήξει κατά την 19/6/2021 (άρθρο 53 του Ν. 48008/2021), για τους δύο πρώτους μήνες η ασφάλιση χωρεί από τον ΟΑΕΔ από τον οποίο καταβάλλονται οι αναλογούσες εισφορές και οι υπόλοιποι δύο μήνες προσμετρούνται μόνο κατόπιν αναγνωρίσεως και καταβολής των απαιτούμενων εισφορών από τον ίδιο τον γονέα.

Συνεπώς, η γονική άδεια διάρκειας 4 μηνών χορηγείται συνεχόμενα ή τμηματικά και για τους δύο γονείς με επίδομα από τον ΟΑΕΔ για τους δύο πρώτους μήνες, ίσο με τον κατώτατο μισθό.

  • Μόνη προϋπόθεση είναι η επί 1 έτος απασχόληση του εργαζόμενου στον ίδιο εργοδότη.

Αν υπάρχουν περισσότερα παιδιά, οι γονείς έχουν δικαίωμα να πάρουν άδεια και για αυτά,

  • εφόσον από τη λήξη της άδειας που δόθηκε για το  προηγούμενο παιδί μεσολάβησε ένας χρόνος πραγματικής απασχόλησης στον ίδιο εργοδότη.

Κατ’ εξαίρεση,

  • γονείς διδύμων, τριδύμων ή και περισσότερων πολύδυμων τέκνων δικαιούνται να λάβουν τη γονική άδεια για κάθε παιδί ξεχωριστά, διακεκομμένα ή και συνεχόμεναχωρίς να μεσολαβήσει ένας χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.

Σε περίπτωση υιοθεσίας ή αναδοχής τέκνου ηλικίας έως 8 ετών, η άδεια χορηγείται από την ένταξη του παιδιού στην οικογένεια.

Έπειτα από αίτηση του εργαζόμενου η γονική άδεια μπορεί να χορηγείται εναλλακτικά με τη μορφή

  • μειωμένου ημερήσιου ωραρίου ή σε ημέρες άδειας, χωρίς να θίγεται το δικαίωμα του εργαζόμενου να λάβει το επίδομα γονικής άδειας.
  • Σύμφωνα με μεταβατική διάταξη, ο ΟΑΕΔ θα καταβάλει το επίδομα της γονικής άδειας και στους γονείς που έλαβαν την άδεια με βάση το προηγούμενο πλαίσιο (που δεν προέβλεπε επίδομα) εφόσον η άδεια αυτή δεν είχε λήξει στις 19 Ιουνίου 2021, ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ ο νέος νόμος.

Επίδομα γονικής άδειας – λειτουργία η ηλεκτρονική αίτηση για την επιδότηση της περιόδου που επιδοτεί

Από την 5.1.2022, οι εργαζόμενοι, που είναι δικαιούχοι της γονικής άδειας, ενεργοποιήθηκε [ΣΣ τελικά Το έντυπο Ε14 «Δήλωση εργοδότη χορήγησης γονικής άδειας (άρθρο 28 του ν. 4808/2021)» είναι διαθέσιμο στο Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ] η ηλεκτρονική αίτηση για την επιδότηση της γονικής άδειας του νόμου 4808/2021 για την «Προστασία της Εργασίας» του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων. Η υποβολή των αιτήσεων γίνεται αποκλειστικά ηλεκτρονικά μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης του Ελληνικού Δημοσίου www.gov.gr με κωδικούς TAXISnet ή ΟΑΕΔ στην ηλεκτρονική διεύθυνση:

https://www.gov.gr/ipiresies/ergasia-kai-asphalise/apozemioseis-kai-parokhes/epidoma-gonikes-adeias

Συγκεκριμένα η διαδρομή είναι: gov.gr → Εργασία και ασφάλιση → Αποζημιώσεις και παροχές  → Επίδομα γονικής άδειας